Η θρυλική ινδιάνικη φυλή Απάτσι

Οι Απάτσι όπως και οι Νάβαχο ξεκίνησαν περί το 850 μ.Χ. από τον Βορρά για να εποικήσουν τις πεδιάδες και νοτιοδυτικές περιοχές της Αμερικής. Εγκαταστάθηκαν σε τρεις έρημες εκτάσεις, την Μεγάλη Λεκάνη (Great Basin) την Σονόρα (Sonora) και την Τσιουαχουάν (Chihuachuan).

Οι Νάβαχο δεν αποτελούν τμήμα του έθνους Απάτσι και το μόνο κοινό σημείο είναι η γλώσσα Αταμπασκάν (Athabascan) του τόπου καταγωγής (βορειοδυτικός Καναδάς).

Οι Απάτσι παραδοσιακά εγκαταστάθηκαν στο μεγαλύτερο τμήμα της ανατολικής Αριζόνα και σε περιοχές στο Νέο Μεξικό, Κολοράντο, Οκλαχόμα, και Τέξας.

Αντήλλασσαν δέρματα βουβάλου, ζωικό λίπος, κρέας, κόκαλα για κατασκευή εργαλείων και αλάτι από την έρημο, υλικά αγγειοπλαστικής, βαμβάκι, κουβέρτες, τυρκουάζ, καλαμπόκι και άλλα αγαθά. Ενίοτε απλά έπαιρναν αυτό που ήθελαν, με αποτέλεσμα να γίνουν γνωστοί με το όνομα, Apachu (ο εχθρός).

Η τακτική ανταρτοπολέμου που ανέπτυξαν ήταν φυσικό επακόλουθο και με την πάροδο του χρόνου κατέστησαν αξεπέραστοι. Το όνομα Απάτσι, προκαλούσε φόβο στις τοπικές φυλές (Pueblos) και αργότερα στους Ισπανούς, Μεξικανούς και Αγγλο – Αμερικανούς εποίκους, στους οποίους επιτίθεντο για τροφή και υλικά διαβίωσης.

Απάτσι και Pueblos κατάφεραν να διατηρήσουν σε γενικές γραμμές ειρηνικές σχέσεις, αλλά η άφιξη των Ισπανών άλλαξε τα πάντα. Πηγή τριβής μεταξύ άλλων ήταν η δραστηριότητα των Ισπανών δουλεμπόρων, που κυνηγούσαν αιχμαλώτους, οι οποίοι χρησίμευαν ως εργάτες στα αργυρωρυχεία της Τσιουάουα στο βόρειο Μεξικό.

Οι Απάτσι με τη σειρά τους, επιτίθεντο στους Ισπανικούς καταυλισμούς για να αρπάξουν βοοειδή, άλογα, όπλα και ομήρους. Η αντοχή των Απάτσι υπήρξε παροιμιώδης, αφού σύμφωνα με τον θρύλο ένας πολεμιστής μπορούσε να τρέξει 50 μίλια χωρίς διακοπή και να μετακινηθεί γρηγορότερα από ό,τι ένας εκπαιδευμένος στρατιώτης.

Στα τέλη του 1800, στρατηγός των ΗΠΑ που είχε πολεμήσει εναντίον τους, περιέγραψε την φυλή ως «τίγρεις του ανθρώπινου είδους». Οι ίδιοι όμως έβλεπαν τον εαυτό τους διαφορετικά, αφού ο αγώνας που διεξήγαν γινόταν για να επιβιώσουν.

Όταν επιτίθεντο σε ένα χωριό, το έκαναν από καθαρή ανάγκη, για να παρέξουν τροφή στις οικογένειές τους, όταν το κυνήγι ήταν ανεπαρκές. Τις περισσότερες φορές έβρισκαν τροφή μόνοι τους, κινούμενοι από τόπο σε τόπο, κυνηγώντας ελάφια και βουβάλους, συλλέγοντας ρίζες και μούρα, ενώ παράλληλα φύτευαν σπόρους, επιστρέφοντας αργότερα για την συγκομιδή.

Οι Απάτσι αρχικά έστηναν καταυλισμούς στις παρυφές των pueblos. Ντυνόντουσαν με δέρματα ζώων, χρησιμοποιούσαν σκυλιά ως υποζύγια και διέμεναν σε σκηνές οι οποίες είχαν θολωτό σχήμα κατασκευασμένο από ξύλινους στύλους επενδυμένους περιμετρικά με γρασίδι, χαμόκλαδα, ή καλάμι και ονομάζονταν wikiups.

Στο κέντρο υπήρχε εστία για φωτιά και ακριβώς από επάνω στην κορυφή της σκηνής, άνοιγμα καπνοδόχου. Οι Jicarillas και Kiowa- Απάτσιs, που περιπλανιόνταν στις πεδιάδες, χρησιμοποιούσαν σκηνές από δέρμα βουβάλων.

Κογιότ, έντομα και πουλιά είχαν ανθρώπινη υπόσταση για τους Απάτσι, την οποία αποκτούσαν από τις ψυχές αυτών που «έφευγαν από την ζωή». Ζούσαν σε μεγάλες οικογενειακές ομάδες, με κοινό σημείο την μητρική καταγωγή (μητριαρχικές κοινωνίες). Κάθε ομάδα λειτουργούσε ανεξάρτητα υπό την ηγεσία του οικογενειακού αρχηγουυ, δίχως να λογοδοτεί σε κάποια ανώτερη αρχή.

Οι ανωτέρω κανόνες δεν ίσχυαν κατά την διάρκεια του πολέμου, όταν γειτονικές ομάδες ενώνονταν εναντίον κοινού εχθρού. Σε αντίθεση με τις συνήθεις επιδρομές, όπου κύριος στόχος ήταν να αποκτήσουν τρόφιμα και να προσαρτήσουν νέες περιοχές στην κυριαρχία τους.

Οπόλεμος σήμαινε θάνατος, κυρίως ως πράξη εκδίκησης για τον θάνατο μελών της φυλής σε παλαιότερες επιδρομές ή μάχες. Ηγέτες από τις τοπικές ομάδες της οικογένειας συγκαλούσαν Συμβούλιο για να εκλέξουν τον επικεφαλής του πολέμου, που θα ηγείτο της εκστρατείας. Αλλά, εάν κάποια ομάδα προτιμούσε να ακολουθήσει δικόν της επικεφαλής, ήταν ελεύθερη να το πράξει.

Οι ομάδες των Απάτσι που κατοικούσαν στην ίδια περιοχή υπόκειντο σε μια «χαλαρή» πολιτιστική συγγένεια. Οι Jicarillas του βορειοανατολικού Νέου Μεξικού θήρευαν βουβάλια στις πεδιάδες και φύτευαν καλαμπόκι στα βουνά.

Οι Mescalero προς το νότο ήσαν κυνηγοί – τροφοσυλλέκτες. Οι Chiricahua – σφοδρότεροι όλων των φυλετικών ομάδων – επέδραμαν κατά μήκος των συνόρων με το Μεξικό. Οι πιο φιλήσυχοι Απάτσι της Αριζόνα ήσαν καλλιεργητές, ενώ δύο άλλες φυλετικές ομάδες, οι Lipan και Kiowa-Απάτσι, ζούσαν ως αγρότες στο δυτικό Κάνσας και Τέξας.

Υπήρχε αυστηρός κώδικας συμπεριφοράς που διείπε την ζωή των Απάτσι, βασιζόμενος στους ισχυρούς οικογενειακούς δεσμούς. Κάθε ομάδα αποτελείτο από οικογένειες ή φυλές. Οι βασικές κοινωνικές, οικονομικές και πολιτικές δομές βασίζονταν στην γυναικεία κληροδότηση της ηγεσίας (μητριαρχία).

Ο βασικότερος κανόνας οδηγούσε από την μητέρα στα παιδιά και τα παιδιά των παιδιών της. Οι γάμοι στην ίδια φατρία ήταν απαγορευμένοι. Όταν ο γιος παντρευόταν, οι υποχρεώσεις του μεταβιβάζονταν στην οικογένεια της πεθεράς του.

Εκτός όμως από τον κώδικα ευπρέπειας και οικογενειακών υποχρεώσεων, οι Απάτσι διέθεταν και πλούσια ιστορία μύθων και θρύλων, καθώς και μια κληρονομιά έντονης θρησκευτικής ευλάβειας που άγγιζε σχεδόν κάθε πτυχή της ζωής τους.

Οι Θεραπευτές (Shaman) ηγούντο στις θρησκευτικές τελετές. Πίστευαν σε πολλά πνευματικά όντα και ο Usen, ο Χορηγός της Ζωής, ήταν το ισχυρότερο όλων. Ο Gans, ή Πνεύμα του βουνού, ήταν ιδιαίτερα σημαντικός στις ιερουργίες, όπου οι άνδρες στον τελετουργικό χορό φορούσαν περίτεχνα κοστούμια, όπως σκωτσέζικες φούστες, μαύρες μάσκες, έβαφαν δε το δέρμα τους με φανταχτερά χρώματα.

Η ομάδα Mescalero απαρτιζόταν από τα μέλη και τον αρχηγό τους. Δεν είχαν κάποιο επίσημο αρχηγό της φυλής, ή του Συμβουλίου, ούτε κάποια διαδικασία λήψης αποφάσεων. Ο πυρήνας ήταν κυρίως «συγγενική ομάδα», αλλά όχι απαραίτητα, συγγενείς. Το όνομά τους προέρχεται από την Ισπανική λέξη Mescal (κάκτος) τον οποίο οι Απάτσι χρησιμοποιούσαν για φαγητό, ποτό, και φυτικές ίνες.

Ο χαρακτηρισμός ενός συγγραφέα για τους Mescalero Απάτσι έχει ως εξής: «Μετακινούνται ελεύθερα, διαχειμάζουν στο Rio Grande, ή νοτιότερα, σε πεδιάδες με βουβάλια, ενώ το καλοκαίρι, ακολουθούν πάντα τον ήλιο και πηγαίνουν όπου υπάρχει τροφή………έχοντας τα πάντα και τίποτα».

Έκαναν ότι ήθελαν και δεν υποτάσσονταν σε κανέναν. Οι γυναίκες τους ήσαν αγνές. Οι ηγέτες τους κρατούσαν τις υποσχέσεις τους. Ήταν γενναίοι πολεμιστές που βάσιζαν την δύναμή τους στις επιδρομές για πλούτο και στις μάχες που έδιδαν για θέματα τιμής.

Στις οικογένειές τους ήταν ευγενικοί και τρυφεροί, αλλά μπορούσαν να γίνουν απίστευτα σκληροί με τους εχθρούς τους – σκληροί και εκδικητικοί, όταν ένιωθαν ότι είχαν προδοθεί». (Sonnichsen 1958: 4).

Οι Απάτσι ήσαν νομάδες κυνηγοί – τροφοσυλλέκτες, κυνηγώντας κάθε είδους άγρια θηράματα που βρίσκονταν στο έδαφός τους, κυρίως ελάφια και κουνέλια. Όταν ήταν αναγκαίο, ζούσαν από τη γη συλλέγοντας άγρια μούρα, ρίζες, καρπούς κάκτου και σπόρους του δέντρου mesquite.

Επίσης φύτευαν και καλλιεργούσαν καλαμπόκι, φασόλια και κολοκύθες. Ήσαν εξαιρετικά σκληραγωγημένοι, τουλάχιστον πριν την άφιξη των Ευρωπαϊκών ασθενειών και μπορούσαν να ζήσουν σχεδόν γυμνοί σε μηδενική θερμοκρασία.

Πολλές ομάδες Απάτσι επηρεάσθηκαν από τις φυλές που ήρθαν σε επαφή, με αποτέλεσμα να υιοθετήσουν πολλά από τα έθιμα και τις πρακτικές τους. Οι Δυτικοί Απάτσι που ζούσαν κοντά στους Ινδιάνους Pueblo έγιναν αγρότες.

Οι Jicarillas που κυνηγούσαν μεγάλα κοπάδια βουβαλιών όπως και άλλες πεδινές φυλές Ινδιάνων, χρησιμοποιούσαν άλογα που αποκτούσαν από επιδρομές στους Ισπανικούς καταυλισμούς και στους Ινδιάνους Pueblos στα τέλη του 1600. Οι Kiowa – Απάτσι μεταλλάχθηκαν σε Kiowa, μια πεδινή συγγενική φυλή. Οι Lopans εξέτρεφαν σκυλιά για το κρέας, όπως πολλές Μεξικάνικες φυλές του νότου. Το 1871, ιδρύθηκε αρχικά ο καταυλισμός White Mountain, ο οποίος περιελάμβανε τους σημερινούς Fort Απάτσι και San Carlos, ενώ το 1897, χωρίσθηκε σε δύο ανεξάρτητους καταυλισμούς.

Συνοψίζοντας τα βασικά στοιχεία πολιτισμού και διαβίωσης των Απάτσι είναι τα ακόλουθα:

Κύρια πηγή τροφής ήταν τα βουβάλια, τα οποία θήρευαν με την συνδρομή αλόγων, αλλά κυνηγούσαν επίσης ελάφια, άλκες, γαλοπούλες, αλεπούδες και άλλα ζώα.
Σήμερα τα Αγγλικά αποτελούν την βασική γλώσσα ομιλίας των Απάτσι, όμως αρκετοί εξ’ αυτών εξακολουθούν να μιλούν την μητρική τους γλώσσα Αταμπασκάν (Athabascan).

Υπάρχουν δύο είδη, η Ανατολική και η Δυτική, συμπεριλαμβανομένων και αρκετών τοπικών διαλέκτων. Γενικά θεωρείται μια πολύπλοκη γλώσσα λόγω του συνδυασμού πολλών τόνων και σύνθετων ήχων φωνηέντων.

Παρά το γεγονός ότι τα παιδιά εκτελούσαν εργασίες σε νεαρή ηλικία, εξακολουθούσαν να ασκούνται σε παιχνίδια που τους διατηρούσαν σε καλή φυσική κατάσταση, όπως τοξοβολία και toe toss (παιχνίδι που παίζεται με το δάκτυλο του ποδιού και ξύλινη ράβδο). Επιπλέον ήσαν σε θέση να ιππεύουν από την ηλικία των πέντε ετών.

Οι Απάτσι ήσαν θρήσκοι και είχαν πολλές τελετές οι οποίες επικεντρώνονταν στο πνευματικό τραγούδι και χορό. Δαπανούσαν πολύ χρόνο προσευχόμενοι σε πνεύματα και θεούς και πίστευαν ότι παντού υπήρχαν υπερφυσικά όντα.

Υπήρχαν δύο τελετές για τα παιδιά. Η πρώτη πραγματοποιείτο μόλις το μωρό έβγαινε από την κούνια και περιλάμβανε την κοπή των μαλλιών σε τελετουργικό κούρεμα από τον «μάγο της φυλής» πιστεύοντας ότι αυτό ωφελούσε την υγεία ενόσω το παιδί μεγάλωνε.

Αντιθέτως στις μεγαλύτερες ηλικίες το κούρεμα έφερνε κακή τύχη και γι’ αυτό οι ενήλικες δεν έκοβαν τα μαλλιά τους. Η δεύτερη τελετή με την ονομασία μοκασίνι πραγματοποιείτο σε ηλικία δύο ετών, με σκοπό να εξασφαλίσει «ευνοϊκό ταξίδι στην ζωή του παιδιού». Προς τούτο το έντυναν με καινούργια ρούχα και παπούτσια, τα οποία φορώντας έπρεπε να περπατήσει ανατολικά ακολουθώντας ένα μονοπάτι στρωμένο με γύρη.

Οι γυναίκες Απάτσι ήσαν υπεύθυνες για όλα τις καθημερινές ανάγκες, συμπεριλαμβανομένης της μαγειρικής, την κατασκευή ειδών ένδυσης, την φροντίδα των παιδιών, την συλλογή καυσόξυλων, ακόμη και την υπεράσπιση του χωριού σε περίπτωση επίθεσης. Ήσαν επίσης υπεύθυνες για την κατασκευή των σπιτιών, ή των σκηνών οι οποίες ονομάζονταν wickiups.

Οι άνδρες Απάτσι εκπαιδεύονταν στον πόλεμο από πολύ νεαρή ηλικία. Ήσαν πολεμιστές και κυνηγοί και ορισμένοι εξ’ αυτών εξελίσσονταν στους αρχηγούς της φυλής.

Οι γυναίκες φορούσαν ρούχα φτιαγμένα από δέρμα ελαφιού. Συνήθως είχαν μακριά μαλλιά που ήσαν ξέπλεκα, ή δεμένα σε κότσο και μερικές φορές έφεραν στολίδια που ονομάζονταν nah-leens.

Όπως και οι άνδρες, φορούσαν υποκάμισα διακοσμημένα με χάντρες ή κρόσσια. Τα μοκασίνια, ή οι μπότες με χάντρες ήταν τα βασικά υποδήματα αμφότερων των φύλων.

Οι άνδρες φορούσαν δερμάτινα υποκάμισα και breechcloths (κομμάτι υφάσματος γύρω από τους λαγόνες) σε περιόδους ζέστης, ενώ σε ψυχρότερες καιρικές συνθήκες, φορούσαν δέρμα βουβάλου για ζεστασιά.

Οι Μεξικανοί επηρέασαν τον τρόπο ένδυσης των Απάτσι αφού σταδιακά άρχισαν να φορούν γιλέκα, λευκούς χιτώνες και πιο πολύχρωμα ρούχα κατασκευασμένα από βαμβάκι.

Η αφήγηση ιστοριών ήταν πολύ σημαντική για τον πολιτισμό τους. Δεδομένου ότι δεν διέπονταν από κάποιο σύνολο νόμων, ή κανόνων και δεν υπήρχαν φυλακές για παραβατική συμπεριφορά, οι Απάτσι βασίστηκαν στην προφορική διάδοση του κώδικα συμπεριφοράς, από γενιά σε γενιά.

Υπήρξαν ιδιαίτερα ικανοί στις τέχνες και την βιοτεχνία. Ήσαν γνωστοί για την χειροτεχνία, στην οποία χρησιμοποιούσαν όστρακαγυαλίτυρκουάζ και χάντρες τις οποίες έραβαν στα πολεμικά υποκάμισα, θεωρώντας ότι φέρνουν καλοτυχία.

Η καλαθοπλεκτική επίσης ήταν μία από τις παλαιότερες μορφές τέχνης των Απάτσι η οποία είχε εφαρμογή στα καλάθια μεταφοράς και καλάθια ψωμιού. Κατασκεύαζαν επίσης κοσμήματαπεριδέραιασκουλαρίκια και πόρπες. Αμφότερα τα φύλα (άνδρες – γυναίκες) αρέσκονταν να φορούν κοσμήματα από όστρακα.

Στις αρχές της δεκαετίας του 1800, οι σχέσεις με τους πρώτους λευκούς ήσαν ομαλές. Μέχρι το 1850 τα πράγματα άλλαξαν και οι Απάτσι εκδιώχθηκαν βίαια από τους καταυλισμούς, τις περιοχές κυνηγιού και συγκομιδής, με αποτέλεσμα να καταφύγουν στις επιδρομές και το scalping (γδάρσιμο των μαλλιών του εχθρού).

 

Ο Geronimo ήταν ο επιφανέστερος πολεμιστής Απάτσι, παρόλο που εσφαλμένα θεωρείται ως αρχηγός. Για τους ανθρώπους του ήταν ένας πολύ ισχυρός μάγος και σαμάνος που μπορούσε να προβλέψει το μέλλον. Ηγήθηκε του πολέμου για μια μικρή υποομάδα της ομάδας Bedonkohe των Chiricahua στην νοτιοανατολική Αριζόνα κατά το χρονικό διάστημα 1850 μέχρι 1880.

Γεννήθηκε στην σημερινή Clifton της Αριζόνα με το όνομα Goyahkla, που σημαίνει «αυτός που χασμουριέται». Ωστόσο, ορισμένοι Απάτσι έδωσαν την ερμηνεία «ευφυής και έξυπνος». Το όνομα Geronimo προήλθε από τον φόβο που προξενούσε στους Μεξικανούς, καθώς όταν επιτίθετο αυτοί επικαλούνταν το όνομα του πολιούχου τους Jerome, από την παράφραση του οποίου προήλθε το προσωνύμιο.

Η πρώτη πνευματική επικοινωνία του, ήταν λίγο μετά το θάνατο της οικογένειάς του στο Kaskiyeh. Πηγαίνοντας στην κορυφή ενός βουνού άκουσε μια φωνή να καλεί το όνομα του τέσσερις φορές, λέγοντάς του: «Δεν υπάρχει όπλο που μπορεί να σε σκοτώσει. Θα πάρω τις σφαίρες από τα όπλα των Μεξικανών, έτσι δεν θα έχουν τίποτα, παρά μόνο μπαρούτι και εγώ θα κατευθύνω τα βέλη σας».

Μετά τον θάνατο της συζύγου, των παιδιών και της μητέρας του, που σκοτώθηκαν από Μεξικανούς το 1858, συμμετείχε σε επιδρομές εναντίον Μεξικανών και Αμερικανών εποίκων και τελικά εγκαταστάθηκε σε καταυλισμό.

 

 335 Συνολο,  5 Σήμερα