Η απάντηση σε όσους ισχυρίζονται οτι ούτε ο Χριστός γνωρίζει πότε θα γίνει η δευτέρα παρουσία

«Εύδηλον ουν, ότι ουδέν εστιν ο αγνοεί, Λόγος ων, δι’ ου τα πάντα εγένετο. Των δε πάντων ούσα και η ημέρα εκείνη, πάντως δι’ αυτού γενήσεται, καν διαρραγώσι μυριάκις τη εαυτών αγνοία οι Αρειανοί». (Μεγάλου Αθανασίου ΕΠΕ 4, 204) Δηλαδή: «Είναι καταφανές λοιπόν ότι δεν υπάρχει τίποτε που να μη γνωρίζη ο Υιός, καθ’ όσον είναι ο Λόγος, δια του οποίου εδημιουργήθησαν τα πάντα. Αφού δε μεταξύ όλων αυτών τα οποία εδημιούργησε, συμπεριλαμβάνεται και η ημέρα εκείνη της Δευτέρας Παρουσίας, οπωσδήποτε θα έλθη δι’ αυτού, και αν εκραγούν ακόμη μυριάκις λόγω της αγνοίας των οι Αρειανοί».

Χρόνια τώρα, λένε και γράφουν, πολλοί κληρικοί, μοναχοί και λαϊκοί, όταν τους ρωτάνε ή συζητάνε το θέμα του χρόνου της Δευτέρας Παρουσίας, ότι κανείς μα κανείς δεν γνωρίζει, το πότε θα γίνει.

Όχι μόνον οι απλοί και «θνητοί» άνθρωποι, λένε, αλλά ούτε οι άγιοι, ούτε οι προφήτες, ούτε οι απόστολοι, ούτε ακόμη και οι άγγελοι, αλλά ούτε και αυτός ο ίδιος ο Χριστός μας, παρά μόνον ο Θεός Πατήρ.

Δια να επιβεβαιώσουν μάλιστα τους λόγους και τις θέσεις τους, φέρνουν, ως απόδειξη, και τα κατωτέρω χωρία του Ευαγγελίου:

α) «Περί δε της ημέρας εκείνης ή της ώρας ουδείς οίδεν, ουδέ οι άγγελοι εν ουρανώ, ουδέ ο Υιός, ει μη ο πατήρ»[1] και β) «Ουχ υμών εστι γνώναι χρόνους ή καιρούς ους ο Πατήρ έθετο εν τη ιδία εξουσία…».[2]

ΑΠΑΝΤΗΣΗ

Ότι θα υπήρχαν Χριστιανοί, και μάλιστα μέσα σ’ αυτούς και «θεολόγοι», οι οποίοι θα παρουσίαζαν πάλι, μετά από 1600 χρόνια, τα ίδια ερωτήματα και επιχειρήματα καταδικασμένων αιρετικών του 4ου αιώνος μ.Χ., των Αρειανών, Νεστοριανών και Ανομοίων, είναι απίστευτο, όσο και άξιο προσοχής και μελέτης.

Μα, αγαπητοί και καλοί μου άνθρωποι, είναι ποτέ δυνατόν, να λέτε και να υποστηρίζετε, επίσημα και σοβαρά, τέτοια θέση και μάλιστα χρησιμοποιώντας τα λόγια του ίδιου του Ιησού Χριστού;

Ως γνωστόν, η Αγία Γραφή δεν ερμηνεύεται πάντοτε «κατά γράμμα», σύμφωνα δηλαδή με το γράμμα του Νόμου, ή με το τι βλέπουμε και διαβάζουμε εμείς επάνω στις λέξεις, επιφανειακά, διότι, «το μεν γράμμα αποκτέννει το δε πνεύμα ζωοποιεί».[3]

Ούτε ερμηνεύεται μεμονωμένα και αποσπασματικά, αλλά πάντοτε σε σχέση με άλλα χωρία και όλη την Αγία Γραφή («συνάφεια της Αγίας Γραφής») διότι ελλοχεύει, υπάρχει ο κίνδυνος, να ερμηνεύσουμε λανθασμένα τα κείμενα, και να πέσουμε σε πλάνες και σε αιρέσεις, όπως άλλωστε έχει συμβεί ανά τους αιώνες.

Λέγει εν προκειμένω ο Άγιος Ιωάννης ο Χρυσόστομος:

«Γιατί δεν πρέπει να εξετάσουμε μόνο αυτό το σημείο, αλλά και όλη τη συνέχεια, και για ποιούς ειπώθηκε και από ποιόν και για ποιόν και γιατί, και πότε και με ποιό τρόπο. Γιατί δεν αρκεί να λέμε, ότι στις Γραφές είναι γραμμένο, ούτε γενικά αποσπώντας λόγια και κομματιάζοντας τα μέλη του σώματος των θεοπνεύστων Γραφών, και παίρνοντάς τα έρημα και ξένα προς την συνάφειά (=σχέση) τους, να τα παραποιούμε όπως εμείς θέλουμε και χωρίς φόβο. Γιατί έτσι πολλές διδασκαλίες μπήκαν στην ζωή μας παραποιημένες, με το να πείθει ο διάβολος τους πιο ράθυμους να απαγγέλουν παραποιημένα τα κείμενα των Γραφών, ή προσθέτοντας ή αφαιρώντας να επισκοτίζουν την αλήθεια».[4]

Τρανή απόδειξη όλων αυτών αποτελούν οι Ιεχωβάδες, αλλά και οι πάσης φύσεως αιρετικοί.

Τι ισχυρίζονται οι Ιεχωβάδες, μεταξύ άλλων ανοησιών-βλασφημιών, για τον Κύριόν μας Ιησού Χριστόν;

Ότι δεν είναι Θεός, αλλά κτίσμα και δημιούργημα του Θεού. Και για να αποδείξουν δήθεν του λόγου το αληθές, φέρνουν για παράδειγμα τα λόγια του ίδιου του Χριστού που λέει: «Ο Πατήρ μου μείζων μου εστι». [5]

Ορίστε, μας λένε, ο ίδιος ο Χριστός ομολογεί, ότι ο Πατέρας του είναι μεγαλύτερος απ’ αυτόν. Άρα, για να είναι μεγαλύτερος, δεν είναι ίσος, και για να μην είναι ίσος, άρα δεν είναι Θεός.

Δεν κοιτάζουν όμως πιο πάνω, που πάλι ο ίδιος, ο Κύριός μας λέγει: «Εγώ και ο Πατήρ εν εσμέν».[6]   Ή την απάντηση του Χριστού εις τον Φίλιππο, όταν του ζήτησε να του δείξη τον Πατέρα: «ο εωρακώς εμέ εώρακε τον Πατέρα».[7]   Ή την ομολογία του Πέτρου: «Συ ει ο Χριστός ο Υιός του Θεού του ζώντος»,[8]   αλλά και πλήθος άλλων χωρίων, που αποδεικνύουν περίτρανα την Θεότητα του Ιησού Χριστού.

Το ίδιο βέβαια ακριβώς κάνουν και σε πολλά άλλα χωρία της Αγίας Γραφής στα οποία όμως δεν θα αναφερθούμε, επειδή το θέμα μας εδώ δεν είναι αυτό.

Έτσι λοιπόν και όλοι αυτοί που ισχυρίζονται τα ανωτέρω.

Ερμηνεύουν «κατά γράμμα» το συγκεκριμένο χωρίο και καταλήγουν στο αυθαίρετο και βλάσφημο συμπέρασμα, όπως λέγει ο Μέγας Αθανάσιος[9] και ο Μέγας Βασίλειος[10] για παλαιότερους αιρετικούς, ότι ο Υιός δεν γνωρίζει την ημέρα της Δευτέρας Παρουσίας.

Ας δούμε όμως σύμφωνα με όλους αυτούς, ως τι δεν γνωρίζει ο Υιός: Ως Θεός; ως άνθρωπος; ή ακόμη και ως Θεάνθρωπος;

1.

Ο ΙΗΣΟΥΣ ΧΡΙΣΤΟΣ ΓΝΩΡΙΖΕΙ ΩΣ ΘΕΟΣ

Η Αγία Τριάδα είναι «Ομοούσιος και Αχώριστος»

Υπάρχουν κάποιοι, κληρικοί και λαϊκοί, παρασυρόμενοι και αυτοί από την «κατά γράμμα ερμηνεία» της φράσεως «ουδέ ο Υιός» του συγκεκριμένου χωρίου «περί δε της ημέρας εκείνης η της ώρας ουδείς οίδεν, ουδέ οι άγγελοι εν ουρανώ, ουδέ ο Υιός, ει μη ο πατήρ», που υποστηρίζουν ότι ο Ιησούς Χριστός, όχι μόνον ως άνθρωπος, αλλά ούτε και ως Θεός γνωρίζει το πότε θα γίνει η Δευτέρα Παρουσία.

Τώρα βέβαια τι «πιστοί» και «ορθόδοξοι» μπορεί να είναι όλοι αυτοί, που υποστηρίζουν αυτά τα φοβερά, απίστευτα και βλάσφημα πράγματα, αυτό είναι άλλο θέμα, που επιδέχεται μεγάλη έρευνα…

Μα αγαπητοί μου χριστιανοί, ξεχνάτε το πρώτο και βασικώτερο Δόγμα της Πίστεώς μας, που λέγει ότι έχουμε ένα Θεό τρισυπόστατον, που έχει μία φύση, μία ουσία και τρεις Υποστάσεις;

Ξεχνάτε ότι ο Πατήρ, ο Υιός και το Άγιον Πνεύμα είναι Τριάδα Ομοούσιος και Αχώριστος όπως κηρύττει η Ορθοδοξία μας και ομολογούμεν όλοι οι πιστοί σε κάθε θεία Λειτουργία; «Πατέρα Υιόν και Άγιον Πνεύμα Τριάδα ομοούσιον και αχώριστον».

Ξεχνάτε ότι δεν υπάρχει τίποτε, που να έχει ο Πατήρ και να μην έχει ο Υιός ή το Άγιο Πνεύμα; Είτε αυτό είναι Εξουσία, Δύναμη, Γνώση, Ιδιότητα, Χάρισμα ή ό,τι δήποτε άλλο;

«Μία Δύναμις, μία Σύνταξις, μία Προσκύνησις της Αγίας Τριάδος», ψάλλομεν την ημέραν της Πεντηκοστής. Και «πάντα όσα έχει ο Πατήρ εμά εστίν» λέγει ο Χριστός.

Λέγει στην Δογματική του σχετικά με το δόγμα της Αγίας Τριάδος, ο αείμνηστος Καθηγητής Πανεπιστημίου, Χρήστος Ανδρούτσος.

«Κατά την πίστην της Ορθοδόξου Εκκλησίας ο εις Θεός την ουσίαν είναι Τριαδικός τας υποστάσεις, Πατήρ, Υιός και άγιον Πνεύμα. Τα τρία ταύτα πρόσωπα… διακρίνονται, καθόσον, ει και έκαστον πρόσωπον είναι ο όλος Θεός και πάσαι αι θείαι ιδιότητες αι εν τω Θεώ Πατρί συνυπάρχουσιν αι αυταί εν τω Θεώ Λόγω και εν τω Θεώ Πνεύματι, ουδέν ήττον ούτε τρεις Θεοί αποτελούνται, ούτε συγχέονται η συναλείφονται τα πρόσωπα. Ο Πατήρ διακρίνεται των άλλων προσώπων, καθόσον γεννά φύσει αϊδίως τον Υιόν και εκπορεύει το Πνεύμα, ο Υιός, καθόσον γεννάται εκ του Πατρός, και το άγιον Πνεύμα, καθόσον εκπορεύεται παρά του Πατρός. Συνάπτονται δε αλλήλοις τα τρία πρόσωπα της θεότητος, καθόσον περιχωρούσι και ενυπάρχουσιν εν αλλήλοις ασυγχύτως, ήτοι ο μεν Πατήρ εν τω Υιώ και εν τω αγίω Πνεύματι, ο Υιός εν τω Πατρί κ.λπ. Τις δε η σχέσις των θείων προσώπων κατά την Γραφήν, είναι εύκολον να προσδιορίση τις. Έκαστον πρόσωπον είναι άμα μεν φορεύς της θείας ουσίας και δυνάμεως, άμα δε ο όλος Θεός. Και η μεν θεότης του Πατρός είναι μυριόλεκτος εν τη Γραφή∙ τω δε Ιησού Χριστώ και τω αγίω Πνεύματι αποδίδονται μεν πολλαχού θείαι ιδιότητες, οίαι η αιωνιότης, η αγιότης, η παντοδυναμία, η παγγνωσία και η πανταχού παρουσία, θεία έργα και τιμή…».[11]

Είναι λοιπόν ποτέ δυνατόν να υπάρχει κάτι, ό,τι δήποτε, που να έχει το ένα από τα τρία Πρόσωπα της Αγίας Τριάδος και να μην το έχουν τα άλλα δύο; Τότε, τι Αγία Τριάδα «ομοούσιος και αχώριστος» μπορεί να είναι;

Που πηγαίνει το πρώτο και βασικώτερο αυτό Δόγμα της Πίστεώς μας;

Τι έχουμε λοιπόν, ένα διχασμένο Θεό (άπαγε της βλασφημίας), που δεν γνωρίζει το ένα πρόσωπο, τι κάνει και τι γνωρίζει το άλλο;

Δεν είναι ποτέ δυνατόν!

Όλα, τα πάντα, εις την Αγία Τριάδα είναι κοινά και ίδια, εκτός φυσικά από τις τρεις Υποστατικές Ιδιότητες.

Το ότι, δηλαδή, ο Πατήρ είναι Αγέννητος, ο Υιός Γεννητός και το Άγιον Πνεύμα Εκπορευτόν.

Πως είναι λοιπόν ποτέ δυνατόν, να γνωρίζει ο Πατήρ πότε θα γίνει η Δευτέρα Παρουσία και να μην το γνωρίζει ο Υιός ή το Άγιον Πνεύμα;

Τότε, τι νόημα και τι ισχύ έχουν οι λόγοι του Κυρίου μας:

α) «Πάντα όσα έχει ο Πατήρ εμά εστίν».[12]

Δηλαδή, «όλα όσα έχει ο Πατήρ είναι και δικά μου» τα έχω και εγώ λέει ο Υιός. Άρα μέσα σ’ αυτά τα «όλα» είναι σίγουρα και η γνώση της ημέρας και της ώρας της Δευτέρας Παρουσίας.

β) «Πάντα μοι παρεδόθη υπό του πατρός μου».[13]

Δηλαδή, «όλα μου έχουν παραδοθεί από τον Πατέρα» σε μένα τον Υιόν.  Άρα αφού έχουν παραδοδεί «ΟΛΑ» μέσα σ’ αυτά τα «όλα» είναι σίγουρα και η γνώση της ημέρας και της ώρας της Δευτέρας Παρουσία.

γ) «Και ουδείς επιγινώσκει τον υιόν ει μη ο πατήρ, ουδέ τον πατέρα τις επιγινώσκει ει μη ο υιός».[14]

Δηλαδή, «κανείς δεν μπορεί να γνωρίσει καλύτερα, πραγματικά και εις βάθος, τον Υιόν, παρά μόνον ο Πατέρας, όπως και κανένας άλλος δεν μπορεί να γνωρίσει καλύτερα, πραγματικά και εις βάθος, τον Πατέρα, παρά μόνον ο  Υιός».

Άρα αφού δεν υπάρχει κανείς άλλος που να μπορεί να γνωρίσει καλύτερα τον Πατέρα από τον Υιόν, και αφού ο Πατήρ γνωρίζει σίγουρα την ημέρα και την ώρα της Δευτέρας Παρουσίας, τότε την γνωρίζει και ο Υιός.

δ) «Θεόν ουδείς εώρακε πώποτε· ο Μονογενής Υιός ο ων εις τον κόλπον του Πατρός εκείνος εξηγήσατο».[15]

Δηλαδή, «τον Θεόν δεν τον έχει δει ποτέ κανένας. Μόνον ο Μονογενής Υιός, ο οποίος βρίσκεται μέσα εις τους κόλπους του Πατέρα, μπορεί και δύναται να μας μιλήσει και να μας εξηγήσει όλα όσα έχουν σχέση με Εκείνον, δηλαδή τον Πατέρα».

Άρα αφού βρίσκεται μέσα εις τους κόλπους του Πατέρα γνωρίζει και την ημέρα της Δευτέρας Παρουσίας, την οποίαν βέβαια και μπορεί να μας την αποκαλύψει, όποτε Εκείνος θέλει.

Έτσι λοιπόν, όπως βλέπουμε, αφού γνωρίζει ο Πατήρ, τότε σίγουρα γνωρίζει και ο Υιός, διότι εάν δεν γνωρίζει, τότε πως είναι Θεός, ίσος και ομοούσιος με τον Πατέρα; «Ει γαρ οίδεν μεν ο Πατήρ, αγνοεί δε ο Υιός, πως ίσος έσται αυτώ, ήγουν ομοούσιος;».[16]

Και εάν, τελικά γνωρίζει και ο Υιός, τότε από ποιόν εμποδίζεται να αποκαλύψει την γνώση αυτή, σε όποιον Εκείνος θέλει και επιθυμεί σύμφωνα με τον ίδιον τον Κύριόν μας που λέγει: «Ουδέ τον πατέρα τις επιγινώσκει ει μη ο υιός και ω εάν βούληται ο υιός αποκαλύψαι».[17]

Και φυσικά, αφού γνωρίζει ο Πατήρ και ο Υιός, τότε γνωρίζει και το Άγιον Πνεύμα, αφού το Άγιον Πνεύμα γνωρίζει και ερευνά τα πάντα, ακόμη και τα βάθη του Θεού.  «Το γαρ Πνεύμα πάντα ερευνά και τα βάθη του Θεού».[18]

Και βέβαια πάλι, αφού γνωρίζει και το Άγιον Πνεύμα, τότε από ποιόν εμποδίζεται να αποκαλύψει την γνώση αυτή, σε όποιον θέλει και όποτε θέλει, αφού το «Πνεύμα το Άγιον όπου θέλει πνει και όπου θέλει υπάγει»;[19]

Αγνοεί ο Υιός;

Αλλά και το πιο αυτονόητο απ’ όλα, είναι το εξής:

Είναι ποτέ δυνατόν, ο Χριστός ως Υιός και Λόγος του Θεού, «ο ειδώς τα πάντα πριν γενέσεως αυτών»[20] ο δημιουργήσας το Σύμπαν και μέσα σ’ αυτό και τον χρόνο, και τους αιώνες, να μην γνωρίζει πότε θα γίνει η Δεύτερή Του Παρουσία; Πότε, δηλαδή, θα ξαναέλθει ο ίδιος, για να κρίνει ζώντας και νεκρούς;

Και από την άλλη, πως μας εξιστορεί, με πάσα λεπτομέρεια και σαφήνεια, τα σημεία του τέλους, που αναφέρονται μέσα στο Ευαγγέλιο, στο ΚΔ’ κεφάλαιο του κατά Ματθαίον και στο ΚΑ’ του κατά Λουκάν, εάν δεν γνώριζε, το πότε ακριβώς αυτά θα συμβούν;

Πως είναι δυνατόν να μας προειδοποιεί και να μας προλέγει, ότι θα γίνει αυτό, εκείνο, το άλλο, ότι μετά θα έλθει ο Αντίχριστος κλπ., και να μας αναφέρει όλα τα σχετικά γεγονότα και τελικά να μην γνωρίζει πότε θα έλθη ο ίδιος; Τι αστεία πράγματα, είναι όλα αυτά!

Λέγει πολύ εύστοχα και χαρακτηριστικά, ο Άγιος Κύριλλος Αλεξανδρείας, για παρόμοια περίπτωση:

«Έπειτα πως δεν είναι γελοίο, να νομίζει κανείς ότι ο Υιός αγνοεί κάτι, ο,τι δήποτε, από την σοφία και την βουλή του Πατέρα; Και πως γίνεται αυτός που είναι ο μόνος που γνωρίζει τον Πατέρα να αγνοεί την ημέρα της Συντέλειας του Κόσμου; Άραγε ποιό είναι ανώτερο στη γνώση, το να γνωρίζει κάποιος τον Πατέρα ή να γνωρίζει την εσχάτην ημέρα;».[21] Και αλλού:

«Ω, Χριστομάχοι! Εάν σύμφωνα με σας, ο Υιός δεν γνωρίζει τα πάντα, έχετε μεγάλο θράσος, αφού διαψεύδετε τις θείες Γραφές και τους Αγίους που λένε περί αυτού, του Υιού· “Αυτός που γνωρίζει τα πάντα πριν ακόμη γίνουν”. Και βέβαια μέσα στα πάντα είναι και η ημέρα της Συντέλειας, αφού το “πάντα” δεν μας επιτρέπει ν’ αφήσουμε τίποτα έξω. Εάν δε ο Υιός αγνοεί αυτή την ημέρα, τότε πως γνωρίζει τα πάντα; Αλλά όμως οι λόγοι των Αγίων είναι αληθινοί. Και βέβαια, ο Υιός γνωρίζει τα πάντα. Και εάν μέσα σ’ αυτά τα πάντα είναι ανάγκη να νοήσουμε και το τέλος, τότε το σόφισμά σας αποδεικνύεται μάταιο. Κατ’ οικονομία λοιπόν, ο Χριστός λέγει ότι δεν γνωρίζει την ώρα εκείνη και δεν είναι αλήθεια ότι αγνοεί».[22]

Και ο Άγιος Θεοφύλακτος:

«Αλλ’ ότι πως ηξεύρει και αυτός την ημέραν και την ώραν εκείνην, φανερόν είναι και από άλλα πολλά∙ διότι πάντα όσα έχει ο Πατήρ, του Υιού είναι, ο δε Πατήρ έχει και την γνώσιν της ημέρας, την έχει λοιπόν και ο Υιός, δηλαδή ηξεύρει περί της ημέρας∙ φανερώτερον δε είναι από τούτο, διότι πως είναι δυνατόν να μην ηξεύρει ο Υιός περί της ημέρας, ο οποίος τα προ της ημέρας ηξεύρει τοιουτοτρόπως∙ διότι αυτός όπου τους οδήγησεν έως τα πρόθυρα, φανερόν είναι ότι ηξεύρει, και την θύραν, αλλά δια το συμφέρον τους δεν την άνοιξε…».[23]

Και ακόμη, εάν πράγματι αγνοεί, τότε γιατί όταν απευθύνεται στους μαθητές του, για το θέμα αυτό λέγει: «Γρηγορείτε ουν, ότι ουκ οίδατε ποία ώρα ο Κυριος υμών έρχεται… δια τούτο και υμείς γίνεσθε έτοιμοι, ότι η ώρα ου δοκείτε ο υιός του ανθρώπου έρχεται;». [24]

Προσέξτε! Δεν λέγει «ουκ οίδα» (δεν γνωρίζω) ή «ουκ οίδαμε» (δεν γνωρίζουμε), δηλαδή δεν βάζει και τον εαυτόν Του μέσα, αλλά λέγει, «ουκ οίδατε» (δεν γνωρίζετε) δηλαδή, εσείς δεν γνωρίζετε.

Όπως πάλι και λίγο παρακάτω, δεν λέει «ου δοκώ» (δεν περιμένω) η «ου δοκούμε», (δεν περιμένουμε), δηλαδή δεν συμπεριλαμβάνει και τον ίδιον, αλλά λέγει, «ου δοκείτε» (δεν περιμένετε), δηλαδή εσείς δεν περιμένετε.

Εάν λοιπόν δεν γνώριζε ούτε ο ίδιος, δεν θα συμπεριελάμβανε και τον εαυτόν Του μέσα; Γιατί δεν το έκανε;

Γιατί φυσικά και δεν αγνοεί, αλλά αντιθέτως γνωρίζει πολύ καλά.

Αναφέρει πάλι σχετικά ο Άγιος Κύριλλος Αλεξανδρείας:

«”Γρηγορείτε ουν και υμείς, ότι ουκ οίδατε ποία ώρα ο Κύριος υμών έρχεται” και πάλιν· “η ου δοκείτε ώρα, ο Υιός του ανθρώπου έρχεται”.

Έπρεπε δε εάν βέβαια ήταν αυτός που αγνοούσε, αφού είναι ο ίδιος ο Λόγος, να ειπεί μάλλον εκείνο: “Δεν γνωρίζω ποιά ημέρα θα έρθω και σε ώρα που δεν περιμένω, θα σταλλώ”. Επειδή δε όμως γι’ αυτούς που τον άκουγαν, έθεσε ότι δεν γνωρίζουν τον καιρό και την ημέρα της παρουσίας του, είναι φανερό ότι αυτός γνωρίζει ως Λόγος του Θεού. Δείχνει δε ότι αγνοεί επειδή έγινε άνθρωπος και ίδιον των ανθρώπων υπάρχει η άγνοια». [25]

Προσέξτε δε και κάτι άλλο ακόμη, για να δείτε για άλλη μία φορά, αυτό που αναφέραμε στην αρχή, ότι δηλαδή ποτέ δεν ερμηνεύουμε ένα κείμενο και χωρίο της Αγίας Γραφής μεμονωμένα και κατά γράμμα, αλλά πάντα σε σχέση με την υπόλοιπη Γραφή.

Ας μην πάμε πολύ μακριά, σε άλλο κεφάλαιο της Γραφής, ούτε πολύ πιο πάνω ή πιο κάτω. Ας πάμε ακριβώς στον επόμενο στίχο μετά τον στίχο 36 που αναφέρεται το «ουδείς γνωρίζει». Τι λέγει ο επόμενος στίχος;

«37 ώσπερ δε αι ημέραι του Νώε, ούτως έσται και η παρουσία του υιού του ανθρώπου. 38 ώσπερ γαρ ήσαν εν ταις ημέραις ταις προ του κατακλυσμού τρώγοντες και πίνοντες, γαμούντες και εκγαμίζοντες, άχρι ης ημέρας εισήλθε Νώε εις την κιβωτόν, 39 και ουκ έγνωσαν έως ήλθεν ο κατακλυσμός και ήρεν άπαντας, ούτως έσται και η παρουσία του υιού του ανθρώπου».[26]

Τι βλέπουμε εδώ;

Ότι ο Κύριός μας, παρομοιάζει τα έσχατα χρόνια με τα χρόνια του Νώε.

Γιατί άραγε; Είναι τυχαίο; Φυσικά και όχι, αφού ό,τι ακριβώς γίνονταν στα χρόνια του Νώε, τα ίδια ακριβώς θα γίνονται και λίγο πριν το Τέλος του Κόσμου.

Όπως δηλαδή τότε, επί εποχής του Νώε, εκτός όλων των άλλων, ο  Θεός είχε ενημερώσει τους ανθρώπους, ότι θα γίνει το “τέλος” του κόσμου, έτσι ακριβώς θα πράξει και πριν την Δευτέρα Του έλευση.

Γνώριζαν τότε οι άνθρωποι ότι έρχεται το τέλος τους;

Ναι ή όχι; Φυσικά και ΝΑΙ!!!

Οι άνθρωποι τότε ΓΝΩΡΙΖΑΝ, δηλαδή είχαν την γνώση και την πληροφορία, αφού είχαν ενημερωθεί και προειδοποιηθεί από τον Θεόν μέσω του Νώε ότι θα γίνει ο κατακλυσμός και το τέλος του τότε κόσμου.

Αυτοί όμως πιστέψαν; Όχι!

Το δέχθηκαν; Όχι!!

Ακολούθησε κανείς τον Νώε στην Κιβωτό, εκτός από την οικογένειά του; Όχι!!!  Αντιθέτως μάλιστα! Κορόϊδευαν και χλεύαζαν τον Νώε!

Ε! Ακριβώς το ίδιο, μας λέει ο Κύριος, θα συμβεί και στα έσχατα χρόνια.

Θα υπάρχει μεν η ΓΝΩΣΗ και η πληροφορία ότι έρχεται ο Αντίχριστος και το Τέλος του Κόσμου, αλλά ο κόσμος τι θα κάνει;

Ό,τι έκανε και τότε. Δηλαδή θα κοροϊδεύει και θα χλευάζει την γνώση και την πληροφορία αυτή.

Και βέβαια ένα άλλο ζήτημα που προκύπτει εδώ, εάν έχουν δίκαιο όλοι αυτοί που υποστηρίζουν το «ουδείς γνωρίζει», είναι το πως θα ταιριάξουμε ερμηνευτικά τους δύο αυτούς συνεχόμενους στίχους μεταξύ τους, αφού από την μία ο στίχος «36» λέει ότι κανείς δεν γνωρίζει και από την άλλη ο στίχος «37» λέει, ότι θα υπάρχει η γνώση και πληροφορία για τον Αντίχριστο και την Δευτέρα Παρουσία και ο κόσμος δεν θα το πιστεύει!

Τι γίνεται λοιπόν εδώ; Μπορεί κάποιος «σοφός» να μας απαντήσει;

Αλλά ακόμη, από το ίδιο αυτό χωρίο, καταλήγουμε και πάλι στο ασφαλές συμπέρασμα, ότι ο Ιησούς Χριστός γνωρίζει πότε θα γίνει η Δευτέρα Παρουσία, αφού σύμφωνα με τον ίδιο τον Κύριόν μας, ό,τι γινόταν στην εποχή του Νώε θα γίνεται και στην εποχή της Δευτέρας Παρουσίας.

Γνώριζε τότε ο Υιός, πότε θα έλθει το Τέλος;

Εάν μεταφερθούμε στην εποχή του Νώε θα δούμε ότι 7 ημέρες πριν, ο Θεός (δηλαδή ο Υιός και Λόγος του Θεού, αφού ως γνωστόν και όπως λένε οι Άγιοί μας, όλες οι εμφανίσεις και θεοφάνειες στην Παλαιά Διαθήκη έγιναν από το δεύτερο Πρόσωπο της Αγίας Τριάδος, τον Υιό και Λόγο του Θεού, επειδή ακριβώς επρόκειτο να σαρκωθεί όταν θα ήρχετο το πλήρωμα του χρόνου) ενημέρωσε τον Νώε ότι μετά από 7 ημέρες θα γίνει ο Κατακλυσμός, δηλαδή θα έλθει το Τέλος.

«Και είπε Κύριος ο Θεός προς Νώε· είσελθε συ και πας ο οίκός σου εις την κιβωτόν… έτι γαρ ημερών επτά εγώ επάγω υετόν επί την γην τεσσαράκοντα ημέρας και τεσσαράκοντα νύκτας και εξαλείψω παν το ανάστημα, ο εποίησα, από προσώπου πάσης της γης». [27]

Άρα, ο Υιός τότε, γνώριζε πότε θα γίνει το Τέλος.

Επομένως, αφού ο ίδιος ο Χριστός μας είπε ότι υπάρχει πλήρης αντιστοιχία μεταξύ της εποχής του Νώε και της εποχής της Δευτέρας Παρουσίας Του, τότε σίγουρα και εδώ θα γνωρίζει πότε θα γίνει το Τέλος του Κόσμου.

Μάλιστα δε, όλα αυτά τα χρησιμοποιεί σαν ισχυρό επιχείρημα εναντίον των αιρετικών της εποχής του ο Άγιος Κύριλλος Αλεξανδρείας:

«Εάν μέσα από την εικόνα και τα γεγονότα του Νώε ήθελε να μας σημάνει και προεικονίσει τον καιρό της Δευτέρας Παρουσίας Του, όταν θα έρθει να κρίνει όλη την οικουμένη, φαίνεται δε ότι δεν αγνοούσε την ημέρα που θα γινόταν ο κατακλυσμός (διότι έτσι είπε εις τον Νώε “είσελθε εσύ και οι υιοί σου στην κιβωτό, διότι εντός επτά ημερών εγώ θα φέρω κατακλυσμό εις την γην”). Άρα γνωρίζει την ώρα και την ημέρα της δικής του Παρουσίας, για να σώζεται η ομοιότητα των πραγμάτων. Και η εικόνα εκείνη του κατακλυσμού και του Νώε, αυτό ακριβώς εσήμαινε». [28]

2.

Ο ΙΗΣΟΥΣ ΧΡΙΣΤΟΣ ΓΝΩΡΙΖΕΙ ΚΑΙ ΩΣ ΑΝΘΡΩΠΟΣ

Η Μία Υπόσταση του Χριστού

Είναι πολλοί αυτοί που υποστηρίζουν, φέρνοντας μάλιστα και αγιοπατερικά επιχειρήματα, ότι εδώ ο Χριστός, μιλάει ως άνθρωπος, με την ανθρώπινή Του ιδιότητα. Και επειδή κανείς άνθρωπος δεν γνωρίζει πότε θα γίνει η Δευτέρα Παρουσία, δεν γνωρίζει, ως άνθρωπος, και ο Χριστός.

Δεν έχουν όμως δίκαιο. Διότι Θεία και ανθρωπίνη Φύσις του Κυρίου μας, ήταν αρρήκτως συνδεδεμένες μεταξύ τους, στην μία Υπόσταση του Υιού και Λόγου του Θεού.

Στο Πρόσωπο δηλαδή του Κυρίου ημών Ιησού Χριστού, έχουμε ΜΙΑ Υπόσταση και δύο Φύσεις. Είναι Τέλειος Θεός και Τέλειος Άνθρωπος (εκτός αμαρτίας) σε ένα Πρόσωπο.

Δεν έχουμε ΔΥΟ Πρόσωπα – ΔΥΟ Υποστάσεις – ΔΥΟ ξεχωριστούς «Χριστούς», για να πούμε ότι ο Χριστός, σαν άνθρωπος, δεν γνώριζε και δεν ήξερε, αυτά που γνώριζε και ήξερε ο Χριστός σαν Θεός.

Αυτές είναι αιρέσεις των πρώτων αιώνων και μάλιστα καταδικασμένες από Οικουμενικές και Τοπικές Συνόδους.

Λέγει ο Απόστολος Παύλος: «εις Θεός ο πατήρ… και εις Κυριος Ιησούς Χριστός, δι’ ου τα πάντα και ημείς δι’ αυτού».[29]

Η δήθεν άγνοια του Χριστού

Μπορεί βέβαια κάποιοι άγιοί μας όπως θα δούμε και κατωτέρω, ερμηνεύοντας το σχετικό χωρίο «περί δε της ημέρας… ουδείς γνωρίζει», να αναφέρουν και αυτοί ότι εκεί ο Χριστός μιλάει ως άνθρωπος και όχι ως Θεός.

Πλην όμως όπως θα δούμε, δεν εννοούν, αυτό που αντιλαμβάνονται και καταλαβαίνουν κάποιοι σύγχρονοι αθεολόγητοι «θεολόγοι», ότι δηλαδή ο Χριστός ως Θεός γνωρίζει, αλλά ως άνθρωπος δεν γνωρίζει την ημέρα και την ώρα της Δευτέρας Παρουσίας Του.

Αλλά, οι Άγιοί μας αναφερόμενοι στο θέμα αυτό, ομιλούν όχι κυριολεκτικά, αλλά σχετικά και συμβατικά, αναφέροντας αυτό που ισχύει ως δεδομένο για κάθε άνθρωπο (ότι δηλαδή ίδιον της ανθρωπίνης φύσεως είναι η άγνοια, το να μην γνωρίζει όλα αυτά τα μυστήρια) προκειμένου να μην αφήσουν, κανένα περιθώριο σε οποιονδήποτε, ιδιαίτερα την εποχή εκείνη που μαίνονταν οι Χριστολογικές αιρέσεις, να αμφισβητήσει την σάρκωση και την ανθρώπινη φύση του Χριστού μας, όπως έπραξαν οι Μονοφυσίτες και άλλοι αιρετικοί, που υποστήριζαν ότι ο Χριστός μας δεν έλαβε κατά αλήθειαν ανθρώπινη μορφή, αλλά κατά φαντασίαν.

Λέγει χαρακτηριστικά ο Άγιος Αθανάσιος:

«Διότι εκείνοι μεν νομίζουν ότι με το να λέγη «ούτε ο Υιός» εμφανίζεται ως αγνοών ο Υιός επειδή είναι κτίσμα. Όμως δεν συμβαίνει τούτο, μη γένοιτο! Διότι όπως όταν λέγη «έκτισέ με» το λέγει ανθρωπίνως, έτσι και όταν λέγη «ούτε ο Υιός» ανθρωπίνως πάλιν το λέγει. Το ότι δε ελέχθη έτσι έχει εύλογον αιτίαν. Επειδή δηλαδή έγινε άνθρωπος, όπως έχει γραφή και είναι ίδιον των ανθρώπων η άγνοια όπως και η πείνα, και τα άλλα (διότι δεν γνωρίζουν οι άνθρωποι, εάν προηγουμένως δεν ακούσουν και δεν μάθουν), δια τούτο φανερώνει και την άγνοιαν των ανθρώπων, καθ’ όσον έγινε άνθρωπος∙ πρώτον μεν δια να δείξη ότι έχει πράγματι ανθρώπινον σώμα». [30]

Αλλά και ο Άγιος Κύριλλος λέγει παρομοίως:

«Όχι αγνοώντας λοιπόν ο Λόγος που είναι η Σοφία του Πατρός λέγει το, “δεν γνωρίζω”, αλλά θέλοντας να δείξει και την ανθρώπινη ιδιότητα στον εαυτό του, στην οποία πρέπει να υπάρχει η άγνοια. Διότι είναι ίδιον της ανθρωπότητος αυτό, η άγνοια. Διότι επειδή ενδύθηκε την δική μας σάρκα, δια τούτο και έπρεπε να δείχνει, να προσποιείτε, ότι έχει και την δική μας άγνοια… Θέλοντας λοιπόν να μας δείξει και να μας διδάξει κάτι χρήσιμο και σημαντικό, μας λέγει ότι δεν γνωρίζει την ημέρα ως άνθρωπος, κατ’ οικονομία, παρόλο που γνωρίζει τα πάντα, ως Σοφία του Πατρός». [31]

Κατ’ οικονομία λοιπόν και κατά συγκατάβαση λέγει ο,τι λέγει εδώ ο Χριστός, όπως άλλωστε και πολλά άλλα πράγματα μέσα στο Ευαγγέλιο.

Επροσποιείτο ότι δεν γνώριζε, για εμάς τους ανθρώπους, για να μην νομίζουν κάποιοι ότι δεν σαρκώθηκε πραγματικά και ότι δεν ήταν κανονικός άνθρωπος, αφού όλοι οι άνθρωποι έχουν την ίδια φύση και κοινά γνωρίσματα, και μεταξύ αυτών και την άγνοια.

Ένα δε ακόμη κλασσικό παράδειγμα που επιβεβαιώνει όλα αυτά είναι και το χωρίον του ιερού  Ευαγγελίου που λέγει, ότι:
«Το δε παιδίον ηύξανε και εκραταιούτο πνεύματι πληρούμενον σοφίας, και χάρις Θεού ην επ’ αυτό… Και Ιησούς προέκοπτε σοφία και ηλικία και χάριτι παρά Θεώ και ανθρώποις»,[32] ώστε να μην νομίσει κανείς ότι δεν σαρκώθηκε αληθινά ο Θεός Λόγος. Γι’ αυτό και ο Ευαγγελιστής Ιωάννης τονίζει: «Ο Λόγος Σαρξ εγένετο και εσκήνωσεν εν ημίν».

Ας δούμε τι λέγει σχετικά ο Άγιος Θεοφύλακτος:

«Ηύξανε δε ο Ιησούς κατά το σώμα· με όλον όπου ηδύνατο και εξ αυτής της μήτρας, ν’ ανέβη εις μέτρον ανδρικής ηλικίας· όμως ήθελε λογισθή πως κατά φαντασίαν εσαρκώθη, δια τούτο αυξάνει από ολίγον, ολίγον. Και όσον αυξάνετο κατά το κορμί, τοσούτον εφανερώνετο και η Σοφία του Θεού Λόγου. Διότι δεν εγένετο κατά προκοπήν και μάθησιν σοφός, μη γένοιτο· αλλ’ από ολίγον ολίγον, δείχνοντας την φυσικήν του σοφίαν, κατά την τάξιν της σωματικής ηλικίας· λέγεται πως επρόκοπτε, και εδυναμώνετο με το πνεύμα. Διότι αν ήθελε δείξη όλην την σοφίαν εξ αρχής ακόμη έως όπου ήτο μικρόν παιδίον, ήθελε φανή τίποτε παράξενον θαύμα· αλλά τώρα λόγω να δείχνη την σοφίαν του, κατά το μέτρον της ηλικίας, επλήρωσε την οικονομίαν, όχι πως ελάμβανε σοφίαν· διότι τι να ήθελε γίνη τελειότερον, του απ’ αρχής τελείου; αλλά την σοφίαν όπου ήτον εις αυτόν, την εφανέρωνεν από ολίγον, ολίγον… Βλέπε δε πως εδώ ο Ευαγγελιστής, εξηγώντας τι είναι το προκόπτειν σοφία, προσθέτει και ηλικία· διότι την προκοπήν της ηλικίας, λέγει πως είναι προκοπή της σοφίας. Εχαριτώνετο δε και από τον Θεόν, και από τους ανθρώπους. Τουτέστιν έκαμνε και τα αρεστά τω Θεώ, και τοις ανθρώποις, επαινετά. Πρώτον δε τα παρά Θεώ, είτα το παρά ανθρώποις· διότι πρώτον πρέπει να ευαρεστή τινάς τον Θεόν, και τότε τους ανθρώπους». [33]

Και ο Άγιος Κύριλλος Αλεξανδρείας:

«Γιατί ασφαλώς ήταν ικανός ο Λόγος, όντας Θεός, ακόμα και από την μήτρα να ανεβάσει την σάρκα του στο μέτρο τέλειου άνδρα, αλλ’ αυτό δεν θα ήταν μακρυά από τερατογέννηση. Γι’ αυτό άφησε την σάρκα του ν’ ακολουθήσει τις ανθρώπινες συνήθειες και τους νόμους. Έτσι θα μπορούσε να λέγεται ότι προοδεύει στην σοφία, όχι δεχόμενος πρόσθετη σοφία, κατά το ότι είναι Θεός αυτός που είναι παντέλειος σε όλα και δεν έχει καθόλου ανάγκη από τα θεοπρεπή αξιώματα, αλλά ότι, ο Λόγος του Θεού, μαζί με την ανάπτυξη του σώματος επεξέτεινε σιγά-σιγά σ’ αυτό και την εκδήλωση της σοφίας του. Με την ηλικία βέβαια αυξανόταν το σώμα, ενώ με τη σοφία προόδευε η ψυχή. Γιατί η θεότητα δεν επιδέχεται καμμιά επίδοση, αφού ο Λόγος του Θεού είναι τέλειος σε όλα. Δικαιολογημένα βέβαια συνέδεσε μαζί με την αύξηση της ηλικίας, και την επίδοση της σοφίας. Γιατί η θεία φύση, ανάλογα με το μέτρο της ηλικίας του σώματος, αποκάλυπτε και την σοφία της…

Σε τι τέλος πάντων θα προκόψει το τέλειο; ή ποιά προσθήκη γενικά μπορεί να δεχθεί εκείνο πέρα από το οποίο δεν υπάρχει τίποτε; Δεν λέχθηκε λοιπόν ότι προοδεύει κατά το ότι ο Λόγος είναι και Θεός, αλλά, επειδή πάντοτε θαυμαζόταν περισσότερο, αποδεικνυόταν περισσότερο χαριέστερος με τα αποτελέσματα σε εκείνους που τον έβλεπαν, επειδή αυξανόταν, όπως μάλλον μπορούμε να πούμε αληθέστερα, ο τρόπος του θαυμασμού στις σκέψεις εκείνων που τον έβλεπαν, παρά προς χάριν αυτού του τέλειου ως Θεού. Και πρόσεχε ότι η προκοπή του σε κάτι είναι διαφορετικό από εκείνο στο οποίο λέγεται ότι προκόβει. Εάν δηλαδή λέγεται ότι προόδευε στη σοφία, δεν προόδευε η σοφία (Ιω. α , 14), αλλά με αυτήν προόδευε το ανθρώπινο στοιχείο. Γιατί καθώς αποκαλυπτόταν και φανερωνόταν από μέρα σε μέρα η θεότητα σ’ αυτόν, γινόταν πιο αξιοθαύμαστος σ’ αυτούς που τον έβλεπαν».[34]

Εάν λοιπόν, θα μπορούσε κάποιος πραγματικά ορθόδοξος, εξ αιτίας αυτού του χωρίου, να δεχθεί ότι ο Χριστός ως άνθρωπος δεν ήταν ευθύς εξ αρχής κεχαριτωμένος και τέλειος άνθρωπος, έχοντας δηλαδή όλη την σοφία, την γνώση και τα χαρίσματα του Αγίου Πνεύματος σε απόλυτη πληρότητα, αλλά σιγά σιγά προόδευε πνευματικά και αποκτούσε τις διάφορες χάρες και την σοφία, τότε θα μπορούσαμε να δεχθούμε και ότι σαν άνθρωπος δεν γνωρίζει την ημέρα και την ώρα.

Υπάρχει όμως κανείς τέτοιος; Εάν ναι, ας βγει να το πει δημόσια.

Βλέπουμε λοιπόν, ότι ούτε αυτό ισχύει. Αλλά, ο Χριστός μας εγνώριζε και σαν άνθρωπος.

Και άρα, αφού όπως απεδείξαμε, εγνώριζε και ως Θεός, εγνώριζε και ως άνθρωπος, τότε γνωρίζει και ως Θεάνθρωπος.

Άρα καταπίπτει ως χάρτινος πύργος και αυτό, το δήθεν σπουδαίο επιχείρημά τους!

Σχετικά με την λέξη «ΟΥΔΕΙΣ»

Αλλά όμως, επειδή συζητώντας κανείς με όλους αυτούς διαπιστώνει, παρ’ όλα όσα λένε οι Άγιοί μας, μια μεγάλη επιμονή και εμμονή στο συγκεκριμένο αυτό χωρίο και ιδιαίτερα στη λέξη «ουδείς» δηλαδή «κανένας», προκειμένου να πείσουν και να αποδείξουν, ότι κανείς δεν γνωρίζει πότε θα γίνει η Δευτέρα Παρουσία, θα ήθελα να προσθέσω και κάτι ακόμη.

Ας πάμε σε μία άλλη περικοπή του Ευαγγελίου, που μιλάει για κάποιον Νεανίσκο πλούσιο, ο οποίος πλησιάζει πονηρά τον Κύριόν μας και του λέει:

«Διδάσκαλε αγαθέ, τι αγαθόν ποιήσω ίνα έχω ζωήν αιώνιον;  ο δε είπεν αυτώ· τι με λέγεις αγαθόν; ουδείς αγαθός ει μη εις ο Θεός. ει δε θέλεις εισελθείν εις την ζωήν, τήρησον τας εντολάς». [35]

Εδώ βλέπουμε, ότι ενώ ο Νεανίσκος αποκαλεί τον Κύριόν μας «αγαθόν», Εκείνος όχι μόνον «δεν αποδέχεται» τον χαρακτηρισμόν του αγαθού, αλλά τρόπον τινά, εγκαλεί τον Νεανίσκον που τον ονομάζει «αγαθόν», λέγοντάς του, ότι «ΟΥΔΕΙΣ ΑΓΑΘΟΣ», δηλαδή κανείς δεν είναι αγαθός, παρά μόνον ένας, ο Θεός.

Άρα γε, γιατί ο Χριστός μας του λέει ότι «ΟΥΔΕΙΣ», δηλαδή «ΚΑΝΕΝΑΣ» δεν είναι αγαθός παρά μόνον ο Θεός;

Δηλαδή, ο Κύριός μας Ιησούς Χριστός δεν ήταν και Θεός;

Η θα μας πούνε πάλι το κλασσικό ότι εκεί δεν μιλούσε ως Θεός, αλλά μιλούσε σαν άνθρωπος;

Θέλουν να μας πουν δηλαδή,  ότι ο Ιησούς Χριστός σαν Θεός ήταν αγαθός, αλλά σαν άνθρωπος δεν ήταν;

Μπορεί κανείς σώφρων και λογικός, να ισχυριστεί κάτι τέτοιο η κάτι παρόμοιο;

Σε καμμία περίπτωση.

Φοβερή βλασφημία μόνον και να το σκεφθεί κανείς, πόσο μάλλον και να το πιστεύει!

Φυσικά ήταν και είναι «Αγαθός» και σαν άνθρωπος και σαν Θεός.

Τότε λοιπόν, γιατί λέει το, «ουδείς αγαθός»;

Πάντως όχι γιατί δεν ήταν η δεν πίστευε ότι ήταν Αγαθός ο ίδιος, ως Θεάνθρωπος, αλλά επειδή ο συγκεκριμένος νεανίσκος δεν προσήλθε με πνεύμα ταπεινώσεως και πίστεως προς τον Κύριόν μας, έχοντας την βεβαιότητα ότι πράγματι ήταν και Θεός, αλλά προσήλθε με πνεύμα πονηρίας, πειρακτικά, για να πειράξει, να δοκιμάσει, τον Χριστόν, νομίζοντας και πιστεύοντας, ότι είχε να κάνει με έναν κοινό, απλό και συνηθισμένο άνθρωπο.

Γι’ αυτό και ο Κύριός μας, του απάντησε κατ’ αυτόν τον τρόπον, λέγοντας του «ουδείς αγαθός», θέλοντας να του πει, ότι αφού δεν πιστεύεις μέσα σου ότι είμαι και Θεός, τότε γιατί με λέγεις αγαθό, αφού μόνον ο Θεός είναι κατ’ αλήθεια αγαθός;

Αναφέρει σχετικά ο Άγιος Κύριλλος Αλεξανδρείας:

«Επειδή τοίνυν άνθρωπον βλέπων ο νομικός, ως ανθρώπω πρόσεισι, και ως ψιλόν άνθρωπον ερωτά, εξελέγχων ως αμαθή, μάλισθ’ ότι σοφίας υπόληψιν επραγματεύετο, δια του δοκείν ειδέναι τον νόμον, δυσωπεί λέγων· Μόνος αγαθός κατά αλήθειαν ο Θεός. Τι τοιγαρούν ως ανθρώπω προσελθών, το μόνω προσόν τω Θεώ κατά φύσιν, εμοί περιτίθης, αγαθόν αποκαλών; Εις γαρ εστιν ο φύσει αγαθός, Θεός δηλαδή. Ει μεν ουν οίδας με, φησί, Θεόν όντα, και δια τούτο αγαθόν, ότου δη χάριν ως ανθρώπω προσέρχη ψιλώ; Ει δε ου πιστεύεις είναί με Θεόν, αλλ’ άνθρωπον οίει με ψιλόν, τι δη ποτε τω Θεώ πρέπον αξίωμα μόνω προσάπτεις ανθρώπω; Έλεγχος ουν αμαθίας το ειρημένον εστίν, ου θεολογίας αξίωσις». [36]

Να λοιπόν, που έχουμε μία ακόμη περίπτωση μέσα από το Ευαγγέλιο που μιλάει πάλι ο ίδιος ο Κύριός μας και που αναφέρει και πάλι την λέξη «ΟΥΔΕΙΣ», χωρίς όμως να εννοεί «ουδείς», δηλαδή «κανείς», αφού Εκείνος ήταν ούτως η άλλως αγαθός ως Θεάνθρωπος.

Και εάν έχουμε ήδη μία περίπτωση που το «ουδείς» δεν σημαίνει «κανείς» και δεν είναι «ουδείς», γιατί να είναι και να σημαίνει «ουδείς» στην δική μας περίπτωση που εξετάζουμε;

Μπορεί κάποιος να μας απαντήσει;

Εάν πράγματι δεν γνωρίζει «ουδείς»

τότε πως γνωρίζουν πολλοί Άγιοί μας;

Αλλά ακόμη και εάν υποθέσουμε, σύμφωνα πάντα με όλους αυτούς, ότι το «ουδείς γνωρίζει» σημαίνει ΚΑΝΕΙΣ, τότε μήπως μπορούν να μας απαντήσουν πως γίνεται όλοι οι Άγιοί μας να γνωρίζουν και να λένε αποσπασματικά και διάσπαρτα, ότι η Δευτέρα Παρουσία θα γίνει τον 7ον – 8ον αιώνα-χιλιετία, ημέρα Κυριακή, 25η Μαρτίου και ώρα 6η της νυκτός ή «εν τω μέσω της νυκτός»;

Και συγκεκριμένα οι Άγιοι:

1) Ιωάννης Χρυσόστομος,

2) Μέγας Βασίλειος,

3) Γρηγόριος Θεολόγος,

4) Γρηγόριος Νύσσης,

5) Ιππόλυτος Πάπας Ρώμης,

6) Κύριλλος Αλεξανδρείας,

7) Κύριλλος Ιεροσολύμων,

8) Αναστάσιος Σιναίτης,

9) Ιωάννης Δαμασκηνός,

10) Μάξιμος Ομολογητής,

11) Γρηγόριος Παλαμάς,

12) Νικόδημος Αγιορείτης,

13) Νήφων Επίσκοπος Κωνσταντιανής,

14) Δαμασκηνός ο Στουδίτης, Μητροπολίτης Άρτης,

15) Νείλος ο Μυροβλήτης,

16) Κοσμάς ο Αιτωλός, και πολλοί άλλοι, όπως ήδη έχουμε δει και αναφέρει με στοιχεία και παραπομπές, μέσα στο βιβλίο μας;

[Ὅσοι ἐνδιαφέρεστε δεῖτε ἐδῶ ἐλαχιστες ἀπό αὐτές: 1) Ἅγιος Νικόδημος. 2) Προφήτης Δανιήλ. 3) Ἅγιος Νήφων Κωνσταντιανῆς  4) Ἅγιοι Ιω, Χρυσόστομος, Ιω. Δαμασκηνός,  Γρ. Νύσσης, Κύριλλος Ἀλεξανδρείας κ. α. 5)  Δαμασκηνός Στουδίτης  6)  Ἄλλοι πολλοί Ἅγιοι].

Εάν λοιπόν ίσχυε αυτό, ότι δηλαδή κανένας δεν γνωρίζει την ΗΜΕΡΑ και την ώρα, τότε πως γίνεται όλοι αυτοί οι Άγιοί μας να γνωρίζουν και να ορίζουν και ημέρα και ώρα και χρόνο και αιώνα και χιλιετία, όπως έχουμε αποδείξει με πολλά στοιχεία και αναφορές και πλήθος παραπομπών μέσα στό ταπεινό μας βιβλίο;

Είναι δυνατόν να κάνουν λάθος όλοι αυτοί οι φωτισμένοι Άγιοί μας και να έχουν δίκαιο όλοι αυτοί οι σύγχρονοι κληρικοί και λαϊκοί;

Φυσικά και όχι!

Άρα, να που και πάλι αποδεικνύεται ότι όλοι αυτοί δεν ερμηνεύουν ορθά το συγκεκριμένο χωρίον.

Η Ερμηνεία των Αγίων Πατέρων μας

στο επίμαχο χωρίο «Ουδείς Γνωρίζει»

Επειδή όμως, έχουν γράψει πάρα πολλά και σπουδαία, όπως πάντα, οι άγιοί μας, γύρω από το θέμα αυτό, αντί να συνεχίσει η ταπεινότης μου, ας δούμε, πως ερμηνεύουν οι Άγιοί μας, τα συγκεκριμένα χωρία:

α) «Περί δε της ημέρας εκείνης και της ώρας κανείς δεν γνωρίζει, ούτε οι άγγελοι των ουρανών, ει μη ο Πατήρ μου μόνος». (Ματθ. 24, 36)

β) «Περί δε της ημέρας εκείνης η της ώρας κανείς δεν γνωρίζει, ούτε οι άγγελοι εις τον ουρανόν, ούτε ο Υιός, παρά  ο πατήρ». (Μαρκ. ιγ’, 32)

α) Ο Μέγας Βασίλειος

«Θα ήρμοζεν εις την φιλοπονίαν σου να παραθέσης τα ευαγγελικά λόγια και να συγκρίνης μεταξύ των, το του Ματθαίου και το του Μάρκου. Διότι μόνον αυτοί φαίνονται να συμφωνούν μεταξύ των εις το χωρίον τούτο. Λοιπόν, η φράσις του Ματθαίου έχει ως εξής: “Περί δε της ημέρας εκείνης και της ώρας κανείς δεν γνωρίζει, ούτε οι άγγελοι των ουρανών, ειμή μόνος ο Πατήρ”.

Του δε Μάρκου ως εξής:”Περί δε της ημέρας εκείνης και της ώρας κανείς δεν γνωρίζει ούτε οι εν τω ουρανώ άγγελοι, ούτε ο Υιός, ειμή ο Πατήρ”.

Τι αξίζει να επισημανθή εις αυτά; Ότι ο μεν Ματθαίος δεν είπε τίποτε περί της αγνωσίας του Υιού, αλλά φαίνεται να συμφωνή κατά την έννοιαν με τον Μάρκον με το να λέγη, “ει μη ο Πατήρ μόνος”.

Ημείς δε έχομεν την γνώμην ότι το “μόνος” έχει λεχθή προς αντιδιαστολήν από τους αγγέλους και ότι ο Υιός δεν συμπεριλαμβάνεται μαζί με τους δούλους του κατά την άγνοιαν. (Εννοεί πάντοτε την άγνοιαν της ημέρας και ώρας της δευτέρας ελεύσεως). Διότι αυτός που είπεν ότι “πάντα όσα έχει ο Πατήρ εμά εστιν” είναι αψευδής. Ένα δε από τα στοιχεία που έχει είναι και η γνώσις της ημέρας εκείνης και της ώρας.

Επομένως ο Κύριος, εις την ρήσιν του Ματθαίου, παρασιωπών το ιδικόν του πρόσωπον ως ομολογούμενον, είπεν ότι οι άγγελοι αγνοούν και μόνον ο Πατήρ γνωρίζει, εξυπονοών με την σιωπήν ότι η γνώσις του Πατρός είναι και ιδική του, διότι και εις άλλα σημεία έχει είπει, “καθώς γνωρίζει εμέ ο Πατήρ, και εγώ γνωρίζω τον Πατέρα”.

Εάν δε ο Πατήρ γνωρίζη τον Υιόν ολόκληρον και πλήρως, ώστε να κατανοή και όλην την σοφίαν που κατοικεί εις αυτόν, είναι φανερόν ότι κατά το ίσον μέτρον και θα επιγνωσθή υπό του Υιού, μαζί με όλην την ενυπάρχουσαν εις αυτόν σοφίαν και πρόγνωσιν των μελλόντων. Τοιαύτην λοιπόν ερμηνείαν δίδομεν εις το κείμενον του Ματθαίου, “ει μη ο Πατήρ μόνος”.

Το δε κείμενον του Μάρκου, επειδή αυτό φαίνεται να αποκλείη σαφώς και τον Υιόν από την γνώσιν, εκλαμβάνομεν υπό την εξής έννοιαν∙ ότι δηλαδή κανείς δεν γνωρίζει, ούτε οι άγγελοι του Θεού, αλλ’ ούτε ο Υιός θα εγνώριζεν, εάν δεν είχε γνωρίσει ο Πατήρ∙ δηλαδή η αιτία του ότι ο Υιός γνωρίζει προέρχεται από τον Πατέρα. Αυτή δε η εξήγησις δια τον ακούοντα με ορθοφροσύνην είναι αβίαστος, επειδή δεν απαντά εδώ το «μόνος», όπως συμβαίνει εις τον Ματθαίον.

Η έννοια δε του χωρίου του Μάρκου είναι η κατωτέρω:

Ως προς την ημέραν εκείνην και την ώραν δεν γνωρίζει κανείς, ούτε οι άγγελοι του Θεού, ακόμη δε ούτε ο Υιός θα εγνώριζεν, εάν δεν εγνώριζεν ήδη ο Πατήρ, διότι από τον Πατέρα είχε δοθή εις αυτόν η γνώσις ήδη εξ αρχής. Είναι δε ευλογώτατον και θεοπρεπές να λέγεται περί του Υιού τούτο, ότι έχει και την ικανότητα γνώσεως και τον στολισμόν με όλην την σοφίαν και δόξαν που ταιριάζει εις την θεότητά του από εκείνον του οποίου είναι ομοούσιος».[37]

β) Ο Μέγας Αθανάσιος

«Και εκείνο πάλιν, το ορθώς μεν λεχθέν, κακώς δε κατανοούμενον από αυτούς, εννοώ το “περί της ημέρας όμως και της ώρας, κατά την οποία θα γίνη η δευτέρα παρουσία και η καθολική κρίσις, ουδείς γνωρίζει πότε ακριβώς θα έλθη, ούτε οι άγγελοι εις τους ουρανούς, ούτε ο Υιός”, είναι ορθόν ως προς το νόημά του.

Διότι εκείνοι μεν νομίζουν ότι με το να λέγη “ούτε ο Υιός” εμφανίζεται ως αγνοών ο Υιός επειδή είναι κτίσμα.

Όμως δεν συμβαίνει τούτο, μη γένοιτο! Διότι όπως όταν λέγη “έκτισέ με” το λέγει ανθρωπίνως, έτσι και όταν λέγη “ούτε ο Υιός” ανθρωπίνως πάλιν το λέγει. Το ότι δε ελέχθη έτσι έχει εύλογον αιτίαν.

Επειδή δηλαδή έγινε άνθρωπος, όπως έχει γραφή και είναι ίδιον των ανθρώπων η άγνοια όπως και η πείνα, και τα άλλα (διότι δεν γνωρίζουν οι άνθρωποι, εάν προηγουμένως δεν ακούσουν και δεν μάθουν), δια τούτο φανερώνει και την άγνοιαν των ανθρώπων, καθ’ όσον έγινε άνθρωπος∙ πρώτον μεν δια να δείξη ότι έχει πράγματι ανθρώπινον σώμα, έπειτα δε, μολονότι έχει την άγνοιαν των ανθρώπων ως προς το σώμα αφού το ελευθερώση και το καθαρίση από όλα, δια να παρουσιάση εις τον Πατέρα την ανθρωπότητα τελείαν και αγίαν.

Ποίαν δικαιολογίαν ακόμη θα εύρουν οι Αρειανοί; Τι άλλο θα επινοήσουν δια να διαμαρτυρηθούν; Απεδείχθησαν ότι δεν γνωρίζουν το νόημα του “ο Κύριος με έκτισεν ως το πρώτον εκ των δημιουργημάτων του” και εφάνησαν ότι δεν κατανοούν το “περί δε της ημέρας όμως και της ώρας, κατά την οποία θα γίνη η δευτέρα παρουσία, ουδείς γνωρίζει πότε ακριβώς θα έλθη, ούτε οι άγγελοι εις τους ουρανούς, ούτε ο Υιός”.

Διότι όπως όταν λέγη το “έκτισε”, υποδηλοί την ανθρωπίνην φύσιν, διότι έγινε άνθρωπος και εκτίσθη, όταν λέγη δε “Εγώ και ο Πατήρ είμεθα εν” και “εκείνος που έχει ίδει εμέ, έχει ίδει τον Πατέρα” και “Εγώ ειμί εν τω Πατρί, και ο Πατήρ είναι εν εμοί” υποδηλοί ότι είναι προαιώνιος και ομοούσιος με τον Πατέρα, έτσι και όταν λέγη “κανείς δεν γνωρίζει, ούτε και ο Υιός” το λέγει πάλιν ως άνθρωπος, διότι η άγνοια είναι ίδιον γνώρισμα των ανθρώπων.

Όταν όμως λέγη “κανείς δεν γνωρίζει τελείως τον Πατέρα παρά μόνον ο Υιός, και κανείς δεν γνωρίζει τελείως τον Υιόν παρά μόνον ο Πατήρ” δεικνύει ότι γνωρίζει πολλά περισσότερα από τα δημιουργήματα.

Οι μαθηταί του λοιπόν, καθώς λέγεται εις το κατά Ιωάννην Ευαγγέλιον, έλεγον∙ “τώρα βεβαιούμεθα ότι γνωρίζει τα πάντα”.

Είναι καταφανές λοιπόν ότι δεν υπάρχει τίποτε που να μη γνωρίζη, καθ’ όσον είναι ο Λόγος, δια του οποίου εδημιουργήθησαν τα πάντα.

Αφού δε μεταξύ όλων αυτών τα οποία εδημιούργησε, συμπεριλαμβάνεται και η ημέρα εκείνη, οπωσδήποτε θα έλθη δι’ αυτού, και αν εκραγούν ακόμη μυριάκις λόγω της αγνοίας των οι Αρειανοί».[38]

γ) Ο Άγιος Θεοφύλακτος Βουλγαρίας

«Διδάσκει τους μαθητάς εδώ, να μη ζητούν να μανθάνουν εκείνα όπου υπερβαίνουν την γνώσιν των ανθρώπων, διότι με το να ειπή ούτε οι Άγγελοι, τους εκράτησε να μη ζητούν να μάθουν εκείνα όπου δεν τα ηξεύρουν ακόμη, ούτε οι άγγελοι∙ με το να ειπή δε ότι μόνος ο Πατήρ μου, τους εμπόδισε να μη ζητήσουν πλέον να μάθουν τοιαύτα.

Διότι αν ήθελεν ειπή ότι ηξεύρω, αλλά δεν θέλω να σας το ειπώ, ήθελαν λυπηθή ως καταφρονεμένοι υπ’ αυτού∙ καθώς κάμνουν και οι πατέρες πολλάκις με τα παιδιά τους, όταν κρατούν τίποτε εις τα χέρια τους, και τους το ζητούν τα παιδιά τους, και αυτοί δεν θέλουν να τους το δώσουν, το κρύβουν και λέγουν, ότι δεν έχουν εκείνο όπου τους ζητούν, και έτσι παύουν τα παιδιά, και τα ημερώνουν από τα κλαυσίματα.

Έτσι λοιπόν και ο Κύριος, με το να ειπή ότι κανείς δεν ηξεύρει ούτε ο υιός, ειμή μόνον ο πατήρ, τους εμποδίζει να μη ζητούν τοιαύτα∙ δια να παύση λοιπόν τους Αποστόλους όπου εγύρευαν να μάθουν περί της ημέρας, και ώρας εκείνης, είπεν, ότι ουδέ εγώ δεν ηξεύρω, ειμή ο πατήρ μου μόνος.

Αλλ’ ότι πως ηξεύρει και αυτός την ημέραν και την ώραν εκείνην, φανερόν είναι και από άλλα πολλά, διότι πάντα όσα έχει ο πατήρ, του υιού είναι, ο δε πατήρ έχει και την γνώσιν της ημέρας, την έχει λοιπόν και ο υιός, δηλαδή ηξεύρει περί της ημέρας.

Φανερώτερον δε είναι από τούτο, διότι πως είναι δυνατόν να μη ηξεύρει ο υιός περί της ημέρας, ο οποίος τα προ της ημέρας ηξεύρει τοιουτοτρόπως∙ διότι αυτός όπου τους οδήγησεν έως τα πρόθυρα, φανερόν είναι ότι ηξεύρει, και την θύραν, αλλά δια το συμφέρον τους δεν την άνοιξε, διότι δεν μας συμφέρει να ηξεύρωμεν πότε είναι η συντέλεια, δια να μην αμελήσωμεν∙ διότι με το να μην ηξεύρωμεν είμεθα πάντοτε φοβισμένοι, και σπουδάζομεν να ευρεθώμεν ετοιμασμένοι». [39]

δ) Ο Άγιος Ιωάννης ο Χρυσόστομος

«”Δια την ημέραν δε εκείνην και την ώραν κανείς δεν γνωρίζει τίποτε, ούτε οι άγγελοι των ουρανών, παρά μόνον ο Πατήρ μου”.

Με την δήλωσιν “ούτε οι άγγελοι” τους απεστόμωσεν, ώστε να μη ζητήσουν να μάθουν ό,τι δεν γνωρίζουν εκείνοι, λέγων δε “ούτε ο Υιός” τους εμποδίζει όχι μόνον να μάθουν, αλλά και να ερευνούν.

Ότι δε δι’ αυτό το είπε, βλέπε πως τους απεστόμωσε καλύτερα μετά την ανάστασιν, όταν τους είδε να γίνωνται περισσότερον περίεργοι. Διότι τώρα μεν τους ανέφερε πολλά και διάφορα τεκμήρια, τότε δε τους είπεν απλώς∙ “δεν είναι ιδική σας υπόθεσις να γνωρίζετε τους χρόνους η τους καιρούς”.

Έπειτα, δια να μη είπουν ότι παρεμελήθημεν, περιεφρονήθημεν, ούτε αυτού δεν είμεθα άξιοι, λέγει∙  “τους οποίους ώρισεν ο Πατήρ κατά την ιδικήν του εξουσίαν”. Διότι εφρόντιζε πάρα πολύ να τους τιμά και να μη τους αποκρύπτη τίποτε. Δια τούτο αυτό το αφήνει εις την δικαιοδοσίαν του Πατρός, αφ’ ενός δια να κάμη το πράγμα φοβερόν, και αφ’ ετέρου να αποκλείση εκείνους να πληροφορηθούν αυτό που ελέχθη.

Διότι εάν δεν είναι αυτό και το αγνοεί, πότε θα το γνωρίση; Μήπως μαζί μας; Και ποίος θα ημπορούσε να το είπη αυτό; Και τον μεν Πατέρα τον γνωρίζει ακριβώς, τόσον ακριβώς μάλιστα όσον Εκείνος γνωρίζει τον Υιόν, την δε ημέραν την αγνοεί;

Έπειτα, το μεν Πνεύμα ερευνά και τα βάθη του Θεού, και Αυτός δεν γνωρίζει ούτε τον χρόνον της κρίσεως;

Αλλά το μεν πως πρέπει να κρίνη το γνωρίζει και τα απόκρυφα του καθενός τα γνωρίζει καλώς, αυτό δε που είναι πολύ πιο ασήμαντον από εκείνο, αυτό θα το αγνοούσε;

Πως όμως, εάν “όλα έγιναν δι’ αυτού και χωρίς αυτόν δεν έγινε τίποτε”, ηγνόησε την ημέραν; Διότι αυτός που εδημιούργησε τους αιώνας, είναι φανερόν ότι εδημιούργησε και τους χρόνους, εάν δε εδημιούργησε τους χρόνους, εδημιούργησε και την ημέραν∙ πως λοιπόν αγνοεί αυτήν που εδημιούργησεν;» [40]

Καμμία σχέση λοιπόν, δεν έχει απ’ ότι είδαμε, η ερμηνεία όλων των Αγίων και θεοφόρων Πατέρων μας, με την ερμηνεία που δίνουν, όλοι οι ανωτέρω, στο χωρίο: «Περί δε της ημέρας εκείνης η της ώρας ουδείς οίδεν, ουδέ οι άγγελοι εν ουρανώ, ουδέ ο Υιός, ει μη ο πατήρ»

Λίγη προσοχή λοιπόν και σεβασμός, δεν θα έβλαπτε, σε ο,τι έχει σχέση με την ερμηνεία της Αγίας Γραφής και των θεμάτων αυτών.

Η “κατά γράμμα” ερμηνεία

Τέλος, θα θέλαμε να μας επιτρέψετε να πούμε κάποια πράγματα, ερμηνεύοντας και εμείς «κατά γράμμα» το ανωτέρω χωρίο, όπως άλλωστε κάνουν και αυτοί, προκειμένου να δείτε και να διαπιστώσετε, «ιδίοις όμμασι» που μπορεί να οδηγηθεί κανείς, όταν ερμηνεύει «κατά γράμμα» την Αγία Γραφή.

α) Τι μας λέγει το συγκεκριμένο αυτό χωρίο; Ότι «περί δε της ημέρας εκείνης η της ώρας ουδείς οίδεν, ουδέ οι άγγελοι εν ουρανώ, ουδέ ο Υιός, ει μη ο πατήρ».

Εδώ βλέπουμε, ότι ο Χριστός αναφέρεται μόνο στην άγνοια της ημέρας και της ώρας της Δευτέρας Παρουσίας και όχι στον χρόνον και τον αιώνα.

Άρα, λογικά δεν αποκλείει ούτε απαγορεύει να γνωρίζει και να ομιλεί κανείς για τον χρόνον και τον αιώνα, που θα γίνει η Δευτέρα Παρουσία.

Έτσι δεν είναι;

Εκτός εάν έχουμε δύο μέτρα και δύο σταθμά. Στο ίδιο δηλαδή χωρίο το «ουδείς γνωρίζει» να το ερμηνεύουμε κατά γράμμα, ότι δηλαδή κανείς δεν γνωρίζει, ενώ το άλλο σημείο του χωρίου που μιλάει για «ημέρα και ώρα», εμείς να το ερμηνεύουμε γενικώτερα προσθέτοντας χρόνους, χιλιετίες, αιώνες κλπ.

Γίνεται; Δεν Νομίζω.

β) Λένε ακόμη όλοι αυτοί, που υποστηρίζουν την «κατά γράμμα» ερμηνεία του συγκεκριμένου αυτού χωρίου «περί δε της ημέρας εκείνης η της ώρας ουδείς οίδεν…» σε διάφορες συζητήσεις που έχουν γίνει κατά καιρούς:

-Να, βλέπετε τι λέει εδώ το Ευαγγέλιο; «Ουδείς γνωρίζει», δηλαδή κανείς δεν μπορεί να γνωρίζει το πότε θα γίνει η Δευτέρα Παρουσία.

-«Ουδείς»; τους ρωτάμε.

-«Ουδείς», μας απαντούν.

-Ο Χριστός γνωρίζει; τους ρωτάμε.

-Ε, Βέβαια! Μας απαντούν, όσοι φυσικά γνωρίζουν τα στοιχειώδη και βασικά της Πίστεώς μας.

-Ναι, τους λέμε, αλλά το ίδιο αυτό χωρίο παρακάτω μας λέγει ότι «ούτε ο Υιός γνωρίζει». Αυτό πως το δικαιολογείτε, αφού ο ίδιος ο Χριστός λέει «ουδείς οίδεν,… ουδέ ο Υιός, ει μη ο πατήρ;». (Μαρκ. ιγ’, 32)

– Εκεί ο Χριστός εννοείται, μας λένε, ότι ομιλεί σαν άνθρωπος και όχι σαν Θεός. Σαν Θεός γνωρίζει, σαν άνθρωπος όμως δεν γνωρίζει.

– Ναι, αλλά εδώ, φεύγετε πλέον από την «κατά γράμμα» ερμηνεία του «ουδείς οίδεν,… ουδέ ο Υιός,» δηλαδή «κανένας δεν γνωρίζει,… ούτε ο Υιός» και πηγαίνετε πλέον σε ερμηνείες δικές σας, προσωπικές, γι’ αυτό και λέτε «γράφει μεν αυτό, αλλά εννοεί εκείνο».

Οπότε, εσείς μπορείτε να λέτε ότι εννοεί εκείνο, ο άλλος μπορεί να πει ότι εννοεί το άλλο, και εμείς, ότι εννοεί κάτι διαφορετικό.

Άρα δεν μπορούμε να συμφωνήσουμε ούτε και να βρούμε έτσι την αλήθεια. Η ερμηνεύουμε όλο το χωρίο «κατά γράμμα» η όχι. Δεν γίνεται όλο το υπόλοιπο χωρίο να το ερμηνεύουμε «κατά γράμμα» και μόνο το σημείο που μιλάει για τον Χριστό να το ερμηνεύουμε διαφορετικά. Γίνεται; Δεν γίνεται.

Εάν, στηριζόμενοι στην «κατά γράμμα» ερμηνεία του χωρίου, λέτε και υποστηρίζετε, ότι «δεν γνωρίζει κανείς…», τότε θα πρέπει να δεχθείτε, αφού το χωρίο λέγει «ουδέ ο Υιός», ότι ούτε ο Υιός γνωρίζει.

Αυτό όμως δεν μπορεί να ισχύει, σε καμμία περίπτωση όπως είδαμε ήδη παραπάνω.

Και βέβαια, εάν εσείς ερμηνεύετε όλο το άλλο χωρίο «κατά γράμμα» και το σημείο που μιλάει για τον Χριστό, το εξηγείτε διαφορετικά, τότε δίνετε το δικαίωμα και σε εμάς να ερμηνεύσουμε το σημείο εκείνο που λέει ότι «ουδείς γνωρίζει» διαφορετικά και να πούμε ότι δεν εννοεί αυτό, αλλά εννοεί κάτι άλλο.

Αποφασίστε τελικά και εμείς εδώ είμεθα.

Έτσι λοιπόν με την λογική όλων αυτών και ερμηνεύοντας την Αγία Γραφή αποσπασματικά και «κατά γράμμα», όπως έκαναν στο παρελθόν και κάνουν μέχρι και σήμερα πολλοί αιρετικοί και πλανεμένοι, θα μπορούσε κανείς κάλλιστα, να βγάλει απ’όλα τα ανωτέρω, τα εξής βλάσφημα και εσφαλμένα συμπεράσματα:

α) Ότι ο Ιησούς Χριστός δεν γνωρίζει είτε σαν Θεός, είτε σαν άνθρωπος την ημέρα και την ώρα της Δευτέρας Παρουσίας, ενώ όλοι οι Άγιοι, όπως είδαμε λένε ότι γνώριζε και ως Θεός και ως άνθρωπος.

β) Ότι ο Ιησούς Χριστός σαν άνθρωπος δεν ήταν «αγαθός» ή ότι δεν ήταν Θεός, αφού δεν απεδέχθει τον χαρακτηρισμόν του Αγαθού, αλλά τον απέδωσε μόνον στον Θεόν (Ματθ. ιθ , 16), ενώ σε καμμία περίπτωση δεν μπορεί να ισχύει κάτι τέτοιο.

γ) Ότι δεν γίνεται να γνωρίζουμε την ημέρα και την ώρα της Δευτέρας Παρουσίας, αλλά γίνεται να γνωρίζουμε τον χρόνο και τον αιώνα.

Βλέπετε λοιπόν σε τι αυθαίρετες και βλάσφημες θέσεις και απόψεις μπορεί να οδηγηθεί κανείς, εάν ερμηνεύει η ερμηνεύσει «κατά γράμμα» το Ευαγγέλιο και τα λόγια του Χριστού μας;

 

ΟΜΑΔΑ ΕΝΗΜΕΡΩΣΗΣ

Ομάδα ενημέρωσης Pame.gr

View all posts by ΟΜΑΔΑ ΕΝΗΜΕΡΩΣΗΣ →

Αφήστε μια απάντηση

Η ηλ. διεύθυνση σας δεν δημοσιεύεται. Τα υποχρεωτικά πεδία σημειώνονται με *