Τα παιδικά χρόνια της Μέρκελ και η πορεία προς την εξουσία

Εξουσιομανής, σχολαστική, κυκλοθυμική, ψυχρή, τελειομανής, φιλόδοξη. Η γερμανίδα καγκελάριος Άνγκελα Μέρκελ αποτελεί ίσως την απόλυτη ενσάρκωση του πολιτικού μακιαβελισμού. Ο τρόπος με τον οποίο αντιλαμβάνεται και ασκεί την εξουσία θυμίζει κάτι από τη διάσημη φράση του Νικολό Μακιαβέλι: «Έναν ηγέτη πρέπει να τον φοβούνται και να τον αγαπούν. Αν δεν γίνεται και τα δύο, τότε καλύτερα μόνο να τον φοβούνται».

Για την Άνγκελα Μέρκελ ισχύει το τελευταίο. Περισσότερο αναδύει σεβασμό παρά αγάπη. Ένα ιδιότυπο σεβασμό που πηγάζει κυρίως από φόβο προς το πρόσωπό της.
«Κανείς δεν την αγαπάει, κανείς δεν τη λατρεύει, αλλά όλοι τη σέβονται», αναφέρει ο βιογράφος της γερμανίδας καγκελάριου Βόλφγκανγκ Στοκ.

Ο σεβασμός ή μάλλον ο φόβος είναι ένα συναίσθημα που η ίδια και το οικογενειακό της περιβάλλον φρόντισε να φιλοτεχνήσει από μικρή ηλικία. Κόρη του λουθηρανού πάστορα Χορστ Κάσνερ και της δασκάλας Χέρλιντ Κάσνερ, η μικρή Άνγκελα γεννήθηκε στις 17 Ιουλίου 1954 στο Αμβούργο. Τρία χρόνια μετά η οικογένειά της μετακόμισε στο Τεμπλίν, κάπου 80 χιλιόμετρα βόρεια του ανατολικού Βερολίνου, όπου ο πατέρας ανέλαβε θέση σε εκκλησία.

Άνθρωπος ιδιαίτερα συντηρητικός, ο πάστορας Χορστ Κάσνερ έμελε να σημαδέψει άθελα του, όχι μόνο την προσωπικότητα της κόρης του αλλά και το μέλλον ολόκληρης της Γηραιάς Ηπείρου. Αυτό που ήθελε από τη μικρή Άνγκελα, ήταν να ξεχωρίζει στο σχολείο και στους κόλπους της νεολαίας του σοσιαλιστικού κόμματος. Και ως μόνο τρόπο για να το πετύχει αυτό θεωρούσε ότι ήταν να φέρεται στην κόρη του με αυστηρότητα και ψυχρότητα. Ένα συναίσθημα, το οποίο δείχνει να κυνηγά σαν Ερινύα την κόρη του, σε όλη της τη ζωή.

Στα 23 της, η νεαρή Άνγκελα παντρεύτηκε το συμφοιτητή της Ούλριχ Μέρκελ. Ο έγγαμος βίος θα αποδειχθεί όμως πολύ λίγος για να χωρέσει τα όνειρα και τις φιλοδοξίες της. Περισσότερο μοιάζει με ένα ισχυρό ράπισμα προς το συντηρητικό της παρελθόν. Και δη περισσότερο, προς το συντηρητικό της πατέρα.

«Μπορεί να ακουστεί χαζό, αλλά δεν μπήκα σε εκείνο το γάμο με τη δέουσα σοβαρότητα», θα πει κάποια στιγμή μετά από πολλά χρόνια, σε μια από τις σπάνιες τοποθετήσεις για την προσωπική της ζωή.

Ο δεύτερος γάμος και οι πιέσεις

Η ανήσυχη Άνγκελα δε σκοπεύει όμως να μείνει εκεί. Λίγο μετά την έκδοση του διαζυγίου της θα γνωρίσει το χημικό Γιοακίμ Σάουερ, που έμελε να γίνει ο δεύτερος σύζυγος της. Μαζί, θα μετακομίσουν στο Βερολίνο, θα συγκατοικήσουν αλλά για πολλά χρόνια δεν προχωρούν σε γάμο.

Η ζωή της παραπέμπει σε αυτή του νέου της άσπονδου «φίλου» στη Γαλλία, Φρανσουά Ολάντ, με την προηγούμενη σύντροφό του Σεγκολέν Ρουαγιάλ. Σύντροφοι για αρκετά χρόνια ο νυν γάλλος πρόεδρος και η πρώην σύντροφός του, δεν παντρεύτηκαν ποτέ.

Το μοτίβο ζωής όμως που ακολουθεί ενοχλεί τους βαρόνους του Χριστιανοδημοκρατικού κόμματος (CDU). Το να συγκατοικεί η επικεφαλής του κόμματος με κάποιον δίχως να έχουν ενωθεί με τα ιερά δεσμά του γάμου είναι κάτι ανεπίτρεπτο, που θα μπορούσε ίσως να της στοιχίσει την καγκελαρία. Οι πιέσεις είναι τεράστιες και το ζευγάρι θα ενωθεί με τα ιερά δεσμά του γάμου το 1998.

Η υποχώρηση αυτή είναι ίσως από τις ελάχιστες που η Άνγκελα Μέρκελ έχει κάνει στη ζωή της. Και αυτή μόνο και μόνο για να ικανοποιήσει την προσωπική της φιλοδοξία. Σε διαφορετική οι περίπτωση οι όποιες πιέσεις θα έμοιαζαν να ναι χαμένες από χέρι.

Τα πρώτα βήματα στην πολιτική και ο Χέλμουτ Κόλ

Το 1989, λίγο μετά την πτώση του Βερολίνου η Άνγκελα Μέρκελ προσχωρεί στη Δημοκρατική Επαγρύπνηση (DA), το αδελφό ανατολικό κόμμα του δυτικογερμανικού CDU. Η Μέρκελ γίνεται εκπρόσωπος Τύπου του κόμματος και αναλαμβάνει δράση. Ωστόσο λίγο μετά την επανένωση το DA προχωρά στο CDU και η Μέρκελ χάνει τη γη κάτω από τα πόδια. Από τη θέση του εκπροσώπου Τύπου του κόμματος, βρίσκεται πλέον στο ναδίρ.

Ένα χρόνο μετά καταθέτει αίτηση για μια θέση στο γραφείο Τύπου της καγκελαρίας.
Η αίτηση απορρίπτεται, υπό το σκεπτικό ότι η Μέρκελ είχε υπέρταση και δεν θα μπορούσε να αντέξει την πίεση. Λίγα χρόνια όμως μετά θα πάρει την προσωπική της εκδίκηση, περνώντας το κατώφλι της καγκελαρίας ως πρώτη κυρία και όχι μια «απλή» εκπρόσωπος Τύπου.

Πολιτικός της μέντορας θεωρείται ο Χέλμουτ Κολ. Ο διορατικός καγκελάριος είδε από νωρίς τα προσόντα της νεαρής Άνγκελα και το 1991, επί των ημερών της κυβέρνησης του την τοποθετεί ως επικεφαλής στο υπουργείο Γυναικείων Υποθέσεων και Νεολαίας. Η αδυναμία του προς αυτήν είναι τεράστια. Ποτέ δεν θα μπορούσε να φανταστεί ότι μερικά χρόνια μετά, το «κοριτσάκι του», όπως την αποκαλούσε θα έβαζε ταφόπλακα στην πολιτική του σταδιοδρομία.

Το 1994 η Μέρκελ αναλαμβάνει το υπουργείο Περιβάλλοντος και παραμένει στη θέση αυτή για τέσσερα χρόνια, έως και τις εκλογές του 1998, όπου οι χριστιανοδημοκράτες θα συντριβούν από τους σοσιαλδημοκράτες του Γκέρχαρντ Σρέντερ.

Το ιδιαίτερα χαμηλό ποσοστό του CDU βυθίζει το κόμμα σε βαθιά κρίση και σε μια δίνη εσωστρέφειας που η άκρη του τούνελ έμοιαζε πολύ μακριά. Η κρίση κλιμακώνεται με την αποκάλυψη του σκανδάλου των «μαύρων λογαριασμών» του κόμματος. Η Άνγκελα Μέρκελ που στο μεταξύ έχει αναλάβει τη θέση του γραμματέα του κόμματος, βγαίνει μπροστά και ζητά την απομάκρυνση του Χέλμουτ Κολ. Μπροστά στο συμφέρον του κόμματος και τα δικά της όνειρά δεν θα διστάσει να «σκοτώσει» πολιτικά το πολιτικό της μέντορα. Για την ίδια και τις βλέψεις της, οι όποιοι συναισθηματισμοί δείχνουν πολύ μικροί για να την επηρεάσουν.

Το περίφημο άρθρο

Μπροστά στη βουλιμία της για εξουσία, η Μέρκελ αποφασίζει να προχωρήσει σε δραστικές κινήσεις, κρυφά και από τον τότε πρόεδρο του κόμματος Βόφγκανγκ Σόιμπλε. Το 1999 με ένα άρθρο της στην εφημερίδα Frankfurter Allgemeine Zeitung (FAZ), ζητά την απομάκρυνση του Κολ. Το άρθρο κάνει πάταγο στο εσωτερικό του CDU και στη γερμανική κοινή γνώμη, ενώ παράλληλα η θέση της ισχυροποιείται.

Από τη μια δίνει τη χαριστική βολή στον πολιτικό της μέντορα και από την άλλη αναδεικνύει και την αδυναμία του τότε προέδρου του κόμματος να δράσει με αποφασιστικότητα. Ηθελημένα ή όχι βάζει το λιθαράκι για την προσωπική της ανέλιξη στην ηγεσία του CDU.

Τελικά στις 18 Ιανουαρίου του 2000, ο Χέλμουτ Κολ παραιτήθηκε από το αξίωμα του επίτιμου προέδρου, ενώ στις 16 Φεβρουαρίου του 2000 παραιτείται και ο Βόλφγκανγκ Σόιμπλε από την ηγεσία του κόμματος. Ο τελευταίος παραδέχτηκε ότι και αυτός είχε λάβει παράνομη δωρεά για το κόμμα από έμπορο όπλων.

Ο δρόμος για την ηγεσία έμοιαζε να ναι στρωμένος και πλέον τίποτα δεν θα μπορούσε να εμποδίσει την Άνγκελα Μέρκελ από την ηγεσία. Ένα όνειρό ετών λάμβανε σάρκα και οστά. Στις 10 Απριλίου του 2000 στο συνέδριο του Έσσεν, η Μέρκελ εκλέγεται πρόεδρος του Χριστιανοδημοκρατικού κόμματος και 5 χρόνια αργότερα γίνεται η πρώτη γυναίκα καγκελάριος στη Γερμανία.

ΟΜΑΔΑ ΕΝΗΜΕΡΩΣΗΣ

Ομάδα ενημέρωσης Pame.gr

View all posts by ΟΜΑΔΑ ΕΝΗΜΕΡΩΣΗΣ →

Αφήστε μια απάντηση

Η ηλ. διεύθυνση σας δεν δημοσιεύεται. Τα υποχρεωτικά πεδία σημειώνονται με *