Η Αμερική ζητά αποζημίωση απο την Κίνα για τις συνέπειες τις πανδημίας

Αγωγή κατά της Κίνας κατηγορώντας την ότι δεν πήρε έγκαιρα όλα τα απαραίτητα μέτρα για τον περιορισμό της πανδημίας του νέου κορωνοϊού και ζητώντας ανάλογη αποζημίωση, θα μπορούσε να θεωρηθεί απλώς μια υπερβολή, ιδίως από τη στιγμή που με βάση την αμερικανική νομική παράδοση δεν είναι ακριβώς εφικτό να υποβληθεί αγωγή ή μήνυση κατά κυρίαρχου κράτους.

Ομως, η κίνηση αυτή, σε Πολιτεία με κυβερνήτη Ρεπουμπλικάνο υποστηρικτή του Τραμπ, είναι ενδεικτική ενός κλίματος που διαμορφώνεται σήμερα στις ΗΠΑ.

Πρόσφατη έρευνα του Pew Research Center έδειξε ότι το 66% των Αμερικανών έχουν αρνητική γνώμη για την Κίνα και μόλις το 22% έχει θετική. Το 62% των Αμερικανών θεωρούν την Κίνα μια απειλή και το 71% δηλώσουν ότι δεν εμπιστεύονται τον πρόεδρο Σι Τζινπίνγκ.

Οι Αμερικανοί ανησυχούν για τη συμβολή της Κίνας στο περιβάλλον, για τις κυβερνοεπιθέσεις, για το εμπορικό έλλειμμα των ΗΠΑ έναντι της Κίνας και για την απώλεια θέσεων εργασίας.

Πέραν των αντιδράσεων της αμερικανικής κοινής γνώμης, η πολεμική ενάντια στην Κίνα έγινε τμήμα της επίσημης ρητορικής της αμερικανικής κυβέρνησης, ξεκινώντας από την επιμονή του προέδρου Τραμπ να μιλάει για «κινεζικό ιό» και καταλήγοντας στην απόφαση της αμερικανικής κυβέρνησης να αναστείλει τη χρηματοδότηση του ΠΟΥ κατηγορώντας τον διεθνή οργανισμό για ευνοϊκή θέση έναντι της Κίνας.

Η διαρκής αναπαραγωγή κατηγοριών

Μια σειρά από κατηγορίες κατά της Κίνας ανακυκλώνονται διαρκώς στην αμερικανική ρητορική: Η Κίνα δεν τηρούσε τους κανόνες υγιεινής και από τις ανοιχτές αγορές της ξέσπασε η επιδημία. Η Κίνα δεν έδωσε έγκαιρα πληροφορίες για τη νέα επιδημία μη επιτρέποντας στις υπόλοιπες χώρες να πάρουν έγκαιρα μέτρα. Ο ιός ήταν δημιούργημα κινεζικών εργαστηρίων από τα οποία και ξέφυγε ύστερα από κάποιο ατύχημα.

Σε μεγάλο βαθμό οι κατηγορίες αυτές έχουν διαψευστεί. Η θεωρία για τη διασπορά του ιού μέσα από τη λειτουργία κάποιας ανοιχτής αγοράς δεν θεωρείται πια αυτονόητη, καθώς υπήρχε πιθανώς προηγούμενη διασπορά. Ο ιός δεν είναι εργαστηριακό δημιούργημα αλλά αποτέλεσμα φυσικής εξέλιξης.

Η Κίνα, παρά την αρχική προσπάθεια τοπικών Αρχών να συγκαλύψουν την πληροφορία, σχετικά έγκαιρα ενημέρωσε τον ΠΟΥ για κρούσματα νέου τύπου πνευμονίας, ανακοίνωσε ότι πρόκειται για κορωνοϊό και προχώρησε και στη δημοσιοποίηση του γονιδιώματός του διευκολύνοντας και την παγκόσμια έρευνα.

Ομως, η αμερικανική κυβέρνηση, που γνώριζε από τα μέσα Ιανουαρίου για το ενδεχόμενο μιας πανδημίας από τον νέο κορωνοϊό, με δεδομένη και την προηγούμενη εμπειρία του SARS δεν πήρε έγκαιρα τα σχετικά μέτρα.

 

Μια σύγκρουση µε µεγάλο βάθος

Ηδη από τα τέλη της δεκαετίας του 2000 οι ΗΠΑ είχαν αρχίσει να έχουν μια πιο επιθετική στάση έναντι της Κίνας. Αυτό στηριζόταν στην εκτίμηση ότι παρότι η Κίνα έδειχνε να έχει υιοθετήσει στην οικονομία πλήρως τον «καπιταλιστικό δρόμο», να έχει ενσωματωθεί στην παγκόσμια αγορά (με συμβολική επικύρωση την είσοδο στον Παγκόσμιο Οργανισμό Εμπορίου) και τις εφοδιαστικές αλυσίδες και να είναι ένας βασικός εμπορικός και επενδυτικός εταίρος των ΗΠΑ εντούτοις θα εξελισσόταν σε μια απειλή για την αμερικανική πρωτοκαθεδρία.

Αυτό επιτάθηκε και από την αίσθηση ότι μια αναβάθμιση της ρωσοκινεζικής συνεργασίας θα μπορούσε να διαμορφώσει έναν απειλητικό «ευρασιατικό» πόλο που θα απειλούσε την ηγετική θέση των ΗΠΑ.

Η προεδρία Τραμπ σφραγίστηκε από την κλιμάκωση αυτής της αντιπαράθεσης. Η κινεζική προσπάθεια διεκδίκησης πρωταγωνιστικού ρόλου στην παραγωγή νέων τεχνολογιών αλλά άρθρωσης μιας εκδοχής παγκοσμιοποίησης με βάση τις επενδύσεις και τη στρατηγική «μία ζώνη ένας δρόμος» οδήγησε σε μια αντεπίθεση των ΗΠΑ σε δύο επίπεδα.

Η στιγμή της πανδημίας

Δεν ήταν λίγοι εκείνοι στις ΗΠΑ που φάνηκαν να επιχαίρουν όταν ξέσπασε η επιδημία του νέου κορωνοϊού στην Κίνα. Η Κίνα αντιμετώπιζε μια μεγάλη υγειονομική κρίση που την υποχρέωσε να συρρικνώσει σημαντικά την οικονομική της δραστηριότητα την ώρα που η ηγεσία του Κινεζικού Κομμουνιστικού Κόμματος δεχόταν κριτική για τις αρχικές καθυστερήσεις στην αντιμετώπιση της πανδημίας.

Βέβαια, υποτιμούσαν το γεγονός ότι στην εποχή της παγκοσμιοποίησης, μια επιδημία σε έναν συγκοινωνιακό κόμβο όπως η Ουχάν, ποτέ δεν θα έμενε «τοπική» και σύντομα όσοι στις ΗΠΑ επίχαιραν για τους υγειονομικούς μπελάδες της Κίνας, βρέθηκαν να αντιμετωπίζουν μια πολύ χειρότερη υγειονομική κρίση και την ανάγκη λήψης μέτρων που πυροδότησαν τη μεγαλύτερη ύφεση από τον Β’ Παγκόσμιο Πόλεμο, την ώρα που η Κίνα φαινόταν σχετικά πιο αποτελεσματική στον περιορισμό της πανδημίας.

Εν μέσω μιας προεκλογικής εκστρατείας όπου ο Ντόναλντ Τραμπ επικεντρωνόταν στη διατήρηση σχετικά υψηλών ρυθμών ανάπτυξης και εντυπωσιακά χαμηλής για τα αμερικανικά δεδομένα ανεργίας, η πανδημία ανέτρεψε πλήρως την εικόνα μιας στιβαρής και αποτελεσματικής διακυβέρνησης στην Ουάσιγκτον.

Οι ΗΠΑ, που υποτίθεται ότι είναι σε διαρκή επιφυλακή για κάθε είδους απειλές, απέτυχαν παταγωδώς να έχουν έναν επαρκή μηχανισμό επιδημιολογικής επιτήρησης με αποτέλεσμα να φτάνουν επισκέπτες από περιοχές που ήταν ήδη επίκεντρα και να μην τους γίνεται έλεγχος. Διαπίστωσαν ότι δεν είχαν απόθεμα μασκών, προστατευτικών ποδιών και αναπνευστήρων και ότι εξαρτιούνταν από το πότε η Κίνα θα ξεκινούσε ξανά τις εξαγωγές μασκών και προστατευτικού εξοπλισμού.

Το αμερικανικό σύστημα υγείας δεν θα επαρκούσε χωρίς τη λήψη γενικευμένων μέτρων περιορισμού. Και βέβαια οι ΗΠΑ αντιμετωπίζουν μια οικονομική κρίση χωρίς προηγούμενο ενώ η ανεργία έχει εκτιναχθεί στα ύψη, με πάνω από 20 εκατομμύρια εργαζομένους να έχουν υποβάλει αίτηση για επίδομα ανεργίας.

 

Η ανάδυση νέων ανταγωνισμών

Η Κίνα αφού κατάφερε να αντέξει το πρώτο κύμα της πανδημίας, επιδόθηκε σε μια προσπάθεια προβολής «soft power» γύρω από την ανθεκτικότητά της αλλά και το πώς πλέον μπορούσε να βοηθήσει άλλες χώρες, εφόσον, εκτός όλων των άλλων, ξεκίνησαν και οι εξαγωγές μασκών και προστατευτικού εξοπλισμού. Παράλληλα, επενδύει ιδιαίτερα στην ανάπτυξη του πρώτου εμβολίου.

Οι ΗΠΑ προσπαθούν ταυτόχρονα να ανακτήσουν την σε μεγάλο βαθμό τρωθείσα αξιοπιστία τους και να στοχοποιήσουν κατά το δυνατόν την Κίνα, ελπίζοντας ότι αυτό θα μεταφέρει ευθύνες και θα υπονομεύσει την προσπάθεια της Κίνας να αναβαθμιστεί στη διεθνή σκηνή.

 

Το νέο αχαρτογράφητο τοπίο

Την ίδια στιγμή και οι δύο χώρες αναζητούν στίγμα στα αχαρτογράφητα ακόμη ύδατα ενός κόσμου που αντιμετωπίζει τη μεγαλύτερη ύφεση από την εποχή του Β’ Παγκόσμιου Πολέμου, που συνοδεύεται από τη διαπίστωση ότι μια ορισμένη εκδοχή παγκοσμιοποίησης καθιστούσε ακόμη και υπερδυνάμεις όπως οι ΗΠΑ ελλειμματικές ως προς στοιχειώδη εξοπλισμό όπως οι μάσκες για το νοσηλευτικό προσωπικό.

Οι ΗΠΑ καλούνται να αποδείξουν εάν μπορούν όντως να ηγηθούν ενός κόσμου πιο σύνθετου όπου η πληθυσμιακή, οικονομική, πολιτιστική και πολιτική βαρύτητα της «Δύσης» αντικειμενικά υποχωρεί, όπου μια ορισμένη εκδοχή νεοφιλελευθερισμού θα αμφισβητείται, όπου η βαρύτητα πόλων όπως η Κίνα αντικειμενικά θα αναβαθμίζεται και όπου η αποτρεπτική αποτελεσματικότητα πολώσεων ανάλογων τύπου Ψυχρού Πολέμου σε έναν καπιταλιστικό κόσμο νέων περιφερειακών οικονομικών αλληλοσυνδέσεων είναι μάλλον πεπερασμένη.

Η Κίνα από τη μεριά της καλείται να αποδείξει ότι δεν διεκδικεί απλώς μεγαλύτερο μερίδιο για τις κινεζικές επιχειρήσεις, ότι έχει να προσφέρει ένα ηγεμονικό πρόταγμα που να υπερβαίνει τα όρια του συνδυασμού οικονομικής αποτελεσματικότητας και πολιτικού αυταρχισμού και να έχει μια ευρύτερη απήχηση σε κοινωνίες που κατά βάση αναζητούν πολιτικά σχέδια μεγαλύτερης κοινωνικής συνοχής και δικαιοσύνης.

 353 Συνολο,  2 Σήμερα